Είναι μια μορφή εμμονής. Μια τάση ακατανίκητη, στα όρια της ψύχωσης. Με τα χίλια ζόρια πας στο υπερτιμημένο ξερονήσι (που εδώ που τα λέμε μοιάζει κάπως με τη νησίδα Αλκατράζ στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο). Για να φτάσεις χρειάστηκε να στριμωχτείς στο ξέχειλο από κόσμο βαπόρι που το γύρισες δέκα φορές μέχρι να βρεις καρέκλα.
Μόλις ξεμπαρκάρεις και κατσικωθείς στον πρώτο καφενέ, που έχει αύρα Ασπροπύργου και τιμές Μονακό, παραγγέλνεις, σου ‘ρχονται οι παραγγελιές, ξεθηκαρώνεις το κινητό κι αρχίζεις και απαθανατίζεις. Τα πάντα! Μπας και νομίζεις ότι θα κάνεις απόσβεση αν φωτογραφίσεις κάθε κατιμά που καταναλώνεις και το μοστράρεις στο ίντερνετ; Αν το νομίζεις, πλανάσαι πλάνην οικτράν. Δεν το νομίζεις, βέβαια, και δεν ξέρεις γιατί το κάνεις. Το κάνεις, όμως, και γι’ αυτό πρέπει να σε δει γιατρός.
Κλικ στο τοσοδούλικο λουκουμάκι με τη μουλιασμένη ζάχαρη άχνη, που συνοδεύει τον ελληνικό καφέ. Κλικ στο χάλκινο μπρίκι με το οποίο σ’ τον σερβίρανε (φαίνεται και λίγο ξεγάνωτο και, αν πάθεις τίποτα σε νησί, απλώς την έβαψες, άκλαυτος θα πας). Κι άλλο κλικ στον λιγδιασμένο πάγκο του καφετζή, που κατάγεται από το Φίερι της Αλβανίας, αλλά καλοπαντρεύτηκε στη νήσο, δούλεψε οικοδομή και έφτιαξε καφενέ στην προκυμαία και δωμάτια στα «χωριά» (έτσι αποκαλούν τα προάστια της πρωτευούσης εκάστης νήσου) και τα κονομάει.
Κλικ και στην ομελέτα της συμφοράς, με τα χιλιοτηγανισμένα σπορέλαια και το πλαστικό γκούντα, που το αγοράζει με τους γκαζοντενεκέδες από προμηθευτική της πυρκαγιάς. Κατενθουσιασμένος τα ποστάρεις. Λες και δεν θα έχεις καούρες από τα σαπάκια που τρως και χρυσοπληρώνεις, αν οι συγγενείς σου από την Πτολεμαΐδα και οι συνάδελφοί σου, που δεν σε πάνε με την καμία, σχολιάσουν κάτω από τη φωτογραφία «Αχ, καλέ, τι νόστιμο που φαίνεται! Να περνάτε υπέροχα!».
Αμέσως μετά το «Αχ, καλέ, τι νόστιμο που φαίνεται! Να περνάτε υπέροχα!» ακολουθούν σχόλια του τύπου «πάλι φτηνά πάει να τη βγάλει ο καρμίρης. Με ομελέτες στα καφενεία αντί για κάνα μπραντς της προκοπής. Τόσα λεφτά έχει ο γύφτος και τα τσιγκουνεύεται ακόμα και στις διακοπές. Στον λαιμό να του κάτσει!».
Το αυτό και στην παραλία. Ποστάρεις τον σουρομαδημένο φοίνικα λες και είναι συλλεκτικός. Αναρτάς την αφεντομουτσουνάρα σου να χαζογελά μπροστά από την αμμουδιά, με το μαγιό της πυρκαγιάς, πασαλειμμένος με αντηλιακό. Δίπλα ο παππούς που σε αγριοκοιτά γιατί του κόβεις τη θέα, και μια αγχωμένη μητέρα της οποίας ο τετράχρονος γιος ετοιμάζεται να καταπιεί βότσαλα, έτσι από περιέργεια.
Το σκηνικό είναι ένα χάλι και μισό, και συ φωτογραφίζεις με ρυθμούς Ιάπωνα τουρίστα και επιδεικνύεις στο ίντερνετ ένα πολύ μικρό ποσοστό από τις φωτό. Χιλιάδες ψηφιακά ντοκουμέντα από τις διακοπές σου, για τα οποία ουδείς ενδιαφέρεται (ούτε καν εσύ), θα μείνουν για πάντα στη μνήμη του κινητού. Κι εσύ νιώθεις για ελάχιστα δευτερόλεπτα ωραία επειδή «εισέπραξες» μερικά… likes και διάβασες δυο τρία «Να περνάτε υπέροχα!». Ματαιότης ματαιοτήτων με μπόλικα πίξελ…
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»
