Μέχρι την 2α Αυγούστου 2021 η βόρεια Εύβοια ήταν ένας μαγικός τόπος. Γεμάτος ζωή, ντόπια οικονομία και προοπτική. Από την 3η Αυγούστου, όταν και ξέσπασε η πυρκαγιά που κατέκαψε το μισό νησί δίχως να πετάξει για μέρες έστω κι ένα εναέριο μέσο, παρά τον μηδενικό άνεμο, όλα άλλαξαν. Το πράσινο αντικαταστάθηκε από το μαύρο και, σήμερα πια, το γκρίζο.
- Γράφουν οι Βασίλης Γαλούπης, Ιωάννα Τσέφλιου
Τα κάρβουνα μπορεί να έσβησαν κάποτε στη θάλασσα από την ανικανότητα του κρατικού – κυβερνητικού μηχανισμού, αλλά οι ζωές των ανθρώπων καταστράφηκαν. Κάηκαν. Το ίδιο και οι ελπίδες για τη νέα γενιά που εγκαταλείπει τρέχοντας τον τόπο, μακριά από τη γη των παπούδων της. Τα μελίσσια, τα ρετσίνια, οι «γέρικες» ελιές, τα κοπάδια, οι καλλιέργειες, όλα έχουν μείνει στην 2α Αυγούστου 2021. Στις αναμνήσεις.
Το μόνο που απόμεινε σ’ αυτό το ζοφερό και απωθητικό περιβάλλον είναι το κουφάρι από το υποτιθέμενο «Σχέδιο Μπένου» που υποσχόταν η κυβέρνηση. Τον Δεκέμβριο 2021 ο Μητσοτάκης πήγε στην Ιστιαία για να κανιβαλίσει, ψηφοθηρικά, όσες προσδοκίες είχαν απομείνει στον κόσμο. Τα ΜΑΤ έριξαν ξύλο και καπνογόνα στους πολίτες που είχαν συγκεντρωθεί. Και ο πρωθυπουργός άρχισε να μοιράζει υποσχέσεις. Παραμύθια, όπως πάντα.
Τα 500.000 καμένα στρέματα, η μεγαλύτερη καταστροφή σε ελληνικό νησί στην Ιστορία, δεν είχαν κανέναν ένοχο. Ούτε πολιτικό με την κυβερνητική αναλγησία κι αναισθησία, όσο η Εύβοια καιγόταν, ούτε από τη «θεότυφλη» Δικαιοσύνη. Επειτα από 4,5 χρόνια ερευνών, που υποτίθεται ότι θα έφταναν το μαχαίρι στο κόκαλο, η υπόθεση μπήκε τελικά στο αρχείο, στο τέλος Ιανουαρίου 2026. Η Εισαγγελία αγνόησε ακόμα τα αιτήματα των εναγόντων να λάβουν αντίγραφο της δικογραφίας. Κανείς δεν έφταιξε για το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η φωτιά ξεκίνησε από τη δυτική πλευρά του νησιού, έκαψε ό,τι βρήκε κι έσβησε μόνη της στην ανατολική μεριά.
Δεν εξετάστηκαν καν οι ομολογίες των δασικών υπαλλήλων στις καταθέσεις τους ότι έργα αντιπυρικής προστασίας ύψους 2 εκατ. ευρώ δεν είχαν γίνει στην περιοχή πριν ξεσπάσει η καταστροφική πυρκαγιά. Οπως και την παραδοχή από αξιωματικούς της Πυροσβεστικής, σε έκθεση που συνέταξαν, για ελάχιστες πτήσεις εναέριων μέσων και «αλαλούμ» με τον συντονισμό τους.
«Η υπόθεση της Εύβοιας, από ποινικής πλευράς, μπήκε στο αρχείο, επειδή δεν διαπιστώθηκαν λάθη και παραλείψεις, ενώ υπήρχαν. Προφανώς δεν συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας εγκαίρως τα απαραίτητα στοιχεία», επιβεβαιώνει την ολιγωρία με δηλώσεις του στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο δικαστικός πραγματογνώμονας Ανδριανός Γκουρμπάτσης. Ο ειδικός στη διερεύνηση εγκλημάτων εμπρησμού λέει ακόμα:
«Η έρευνα στην πυρκαγιά της Εύβοιας καθυστέρησε να γίνει και δεν διατάχθηκε από την Εισαγγελία της Χαλκίδας αυτεπάγγελτα προκαταρκτική έρευνα, για να διαπιστωθεί αν υπήρξαν λάθη και παραλείψεις. Η Πυροσβεστική που έκανε προανάκριση αναφέρεται μόνο στα αίτια της πυρκαγιάς, ως οφείλει. Δεν διερευνά λάθη και παραλείψεις. Πρέπει η Εισαγγελία να διατάξει αντίστοιχη έρευνα».
Και προσθέτει: «Ακολούθησαν μηνυτήριες αναφορές, καθυστερημένα βέβαια, έπειτα από 1-2 χρόνια. Οταν η έρευνα ξεκίνησε, τα αποδεικτικά στοιχεία είχαν χαθεί. Για όλα αυτά τελικά μπήκε στο αρχείο. Δεν έγινε άμεσα η έρευνα, δεν διαφυλάχθηκαν τα στοιχεία για να προστατευτεί η αλήθεια. Θεωρώ ότι αδικαιολόγητα μπήκε στο αρχείο. Υπήρχαν λάθη και παραλείψεις. Δεν πήγανε εγκαίρως οι απαιτούμενες εναέριες, τουλάχιστον, δυνάμεις, όταν πήγανε ήταν πλέον αργά».
Το φινάλε
Σαν σήμερα Κυριακή, στις 9 Αυγούστου 2021, η τελευταία φλόγα έσβησε. Μαζί με τη μισή Εύβοια, που βγήκε μέχρι σήμερα, και για πόσες δεκαετίες ακόμη, από τον χάρτη της βιωσιμότητας και της οικονομίας. Ο φωτογράφος της Εύβοιας Θοδωρής Νικολάου έγραφε εκείνες τις μέρες, σε μια ανατριχιαστική του ανάρτηση: «Η Εύβοια κάηκε επειδή είμαστε φτωχοί». Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν νοιάστηκε από την κυβέρνηση. Ο Μητσοτάκης είχε εξαφανιστεί για μέρες, δεν τολμούσε καν να πατήσει στην περιοχή, όπως έκανε προεκλογικά επί ΣΥΡΙΖΑ για να πουλήσει ευαισθησία και περιβαλλοντική συνείδηση.
Έμειναν στα λόγια τα έργα
Στις 17 Ιανουαρίου 2023 παραδόθηκε στον Κυριάκο Μητσοτάκη το Masterplan του «Προγράμματος Ανασυγκρότησης της Βόρειας Εύβοιας» από τον πρόεδρο της επιτροπής Σταύρο Μπένο. Ο απολογισμός οικτρός. Πέντε χρόνια μετά την πυρκαγιά και 3,5 έτη από τις ανακοινώσεις, τα περισσότερα έργα παραμένουν στα λόγια. Δίχως να αναζητούνται ευθύνες για τις ψεύτικες δεσμεύσεις.
Στην σχετική σελίδα «Εύβοια Μετά» υπάρχουν συνολικά 77 δράσεις. Από αυτές έχουν ολοκληρωθεί μέχρι χθες, όπως φαίνεται από τα επίσημα στοιχεία στον σχετικό ιστότοπο, μόνο οι… 24. Κάποιες δεν έχουν ξεκινήσει καν. Τα έργα παραμένουν σε επίπεδο φαντασίωσης. Το ακόμα πιο αποκαρδιωτικό είναι ότι πέρυσι τέτοια μέρα είχαν ολοκληρωθεί 18 έργα. Δηλαδή, μέσα σε έναν χρόνο προχώρησαν μόνο έξι ακόμα.
Το πιο θλιβερό είναι ότι έχουν δαπανηθεί χρήματα για έργα άνευ ουσίας, μόνο δευτερεύουσας ή τριτεύουσας αξίας συγκριτικά με τις άμεσες ανάγκες ζωτικής σημασίας των κατοίκων. Πρόκειται για «καλλιτεχνικές δράσεις», «αθλητικά δρώμενα», «δημιουργία χάρτας αναγκών για τα δίκτυα υγείας και πρόνοιας», «ψηφιακές εφαρμογές», «έκθεση αγροτικών προϊόντων στο Σύνταγμα», «δράσεις επιμόρφωσης και κατάρτισης», και για άλλα περίεργα και πολυδάπανα, χωρίς πρακτική αξία. Μόνο για εφέ.

Οι 6 πληγές που σκότωσαν την οικονομία
1 ΧΑΜΗΛΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΣΤΑ ΚΑΜΕΝΑ: Οι περισσότεροι κάτοικοι στις δασικές περιοχές εργάζονται μεν, για 800 ευρώ δε, κάνοντας μέχρι σήμερα καθαρισμούς στα καμένα. Η οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή έχει αντικατασταθεί από την παραγωγή στη χαμηλόμισθη χειρονακτική εργασία. Τα χωριά ερημώνουν.
2 ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΡΕΤΣΙΝΙ: Οι ρητινοπαραγωγοί έχουν καταστροφεί. Σχεδόν το 60% των καμένων εκτάσεων καλύπτονταν από δάση χαλεπίου πεύκης, που ήταν η βάση για τη ρητινοκαλλιέργεια. Η περιοχή συγκέντρωνε πάνω από 6 εκατ. ευρώ έσοδα ετησίως από το ρετσίνι.
3 ΛΟΥΚΕΤΑ: Η ανεργία «θερίζει» στις ηλικίες 50 ετών, ενώ οι νέοι αποχωρούν για τα αστικά κέντρα και το εξωτερικό, με τα «λουκέτα» στην περιοχή να διώχνουν τους κατοίκους.
4 ΜΕΛΙ: Μέχρι το 2021 η βόρεια Εύβοια ήταν μελισσοκομική δύναμη, μαζί με τη Θάσο και τη Χαλκιδική, παράγοντας κι εξάγοντας πευκόμελο. Τα περισσότερα από τα 250.000 μελίσσια δεν υπάρχουν πια. Το μέλι κωνοφόρων αντιπροσωπεύει το 70%-80% της συνολικής ελληνικής παραγωγής, που επίσης υπέστη πλήγμα. Περισσότεροι από 350 Ευβοιώτες μελισσοκόμοι έχασαν τα μελίσσια τους στη φωτιά. Οι περισσότεροι αποζημιώθηκαν μόλις για το 10% των απωλειών τους και άλλαξαν επάγγελμα.
5 ΕΛΙΕΣ: Από την πυρκαγιά καταστράφηκαν 34.000 στρέμματα καλλιεργειών ελιάς, μια μη αναπληρώσιμη ζημιά για τους ελαιοπαραγωγούς. Τα περισσότερα δέντρα είχαν ζωή άνω των 50 χρόνων, ενώ άλλα ήταν μέχρι και 2.500 ετών!
6 ΑΙΓΟΠΡΟΒΑΤΑ: Η κάποτε ακμάζουσα κτηνοτροφία έχει επίσης ξεκληριστεί στη βόρεια πλευρά, αφού οι «νεκρές» εκτάσεις από το κάρβουνο δεν θεωρούνται βοσκήσιμες. Το μόνο σοβαρό έσοδο που απέμεινε είναι πλέον ο τουρισμός, που δεν θεωρείται και ο πλέον ελκυστικός λόγω της δύσκολης διαδρομής.
«Χωρίς συντονισμό, πρόληψη και καταστολή»
Πέντε χρόνια μετά τη φωτιά που άλλαξε για πάντα τη βόρεια Εύβοια, η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο τι έχει γίνει, αλλά στο γιατί παραμένουν άλυτες οι ίδιες διαχρονικές αδυναμίες. Ο Ανδριανός Γκουρμπάτσης υποστηρίζει ότι η κρατική πολιτική εξακολουθεί να επενδύει δυσανάλογα στην καταστολή, αφήνοντας την πρόληψη πίσω, παρά τα διδάγματα της μεγάλης οικολογικής καταστροφής:
«Το βάρος πέφτει κυρίως στην καταστολή και πολύ λιγότερο στην πρόληψη. Σήμερα η αναλογία είναι περίπου 70%-30%, ίσως ακόμα και 80%-20%, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο». Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι η πρόληψη δεν μπορεί να εξαντλείται στις ανακοινώσεις για εξοπλισμό ή προσλήψεις, αλλά απαιτεί ουσιαστικές παρεμβάσεις μέσα στο δάσος. «Πρόληψη σημαίνει διαχείριση του δάσους, απομάκρυνση καύσιμης ύλης, συντήρηση δασικών δρόμων και δημιουργία αντιπυρικών ζωνών. Αυτές οι εργασίες πρέπει να γίνονται τον χειμώνα και να ολοκληρώνονται πριν από το καλοκαίρι» υπογραμμίζει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με τον κ. Γκουρμπάτση, αποτελεί η προδιαγεγραμμένη καύση, που θεσμοθετήθηκε το 2025 ως εργαλείο πρόληψης, χωρίς όμως να έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα. «Πρόκειται για ελεγχόμενη αφαίρεση καύσιμης ύλης τους χειμερινούς μήνες, όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την εξάπλωση φωτιάς. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί, απαιτούνται μελέτες. Ολα αυτά έχουν μείνει στα χαρτιά» αναφέρει, σημειώνοντας ότι ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν και τα έργα του προγράμματος AntiNero (το οποίο διαφήμισε ακόμα και την περασμένη Τετάρτη ο πρωθυπουργός):
«Τα έργα γίνονται ενώ έχει ξεκινήσει η αντιπυρική περίοδος. Θα έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί. Μέχρι αυτή τη στιγμή γίνονται έργα ΑntiΝero». Για τον πρώην υπαρχηγό του πυροσβεστικού σώματος, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη μέσων, αλλά η απουσία ορθολογικής διαχείρισης. «Μέσα πυρόσβεσης υπάρχουν, δεν πάσχουμε από αυτό. Εκεί που υστερούμε είναι στη διαχείριση των δασών».
Εξίσου σοβαρό πρόβλημα χαρακτηρίζει την απουσία ουσιαστικού ελέγχου στην πορεία υλοποίησης των έργων: «Δεν υπάρχει ουσιαστικός μηχανισμός που να ελέγχει αν οι μελέτες εφαρμόζονται και αν τα έργα ολοκληρώνονται. Δίνονται χρηματοδοτήσεις, αλλά από τη στιγμή που εγκρίνεται ένα έργο μέχρι να παραδοθεί δεν υπάρχει εποπτεία. Γίνονται έλεγχοι μόνο όταν έχει προηγηθεί καταστροφή και αναζητούνται ευθύνες για λάθη και παραλείψεις».
Ο κ. Γκουρμπάτσης αποδίδει, τέλος, μέρος των δυσλειτουργιών και στη διάσπαση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. «Η Δασική Υπηρεσία υπάγεται στο υπουργείο Περιβάλλοντος, η Πυροσβεστική στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας. Δεν υπάρχει συντονισμός. Η πρόληψη και η καταστολή θα πρέπει να βρίσκονται κάτω από την ίδια πολιτική ηγεσία» υποστηρίζει.
Κλείνοντας, ασκεί κριτική στον τρόπο με τον οποίο -όπως λέει- αντιμετωπίζεται το ζήτημα της δασοπροστασίας: «Οι κυβερνήσεις ενδιαφέρονται για τις εξαγγελίες, γιατί πουλάνε επικοινωνιακά. Οταν όμως έρθει η ώρα να ελέγξουν αν έγιναν τα έργα και ποιος ευθύνεται για τις καθυστερήσεις, δεν ασχολείται κανείς. Δυστυχώς, χρειάζεται κάθε φορά μια νέα τραγωδία για να αναζητηθούν οι ευθύνες».
Αλ. Δημητρακόπουλος: Δεν γίνονται απαραίτητες παρεμβάσεις
Οι πληγές που άφησε πίσω της η καταστροφική πυρκαγιά παραμένουν ανοιχτές μέχρι και σήμερα, με τις εξαγγελίες για την αποκατάσταση του δάσους να σκοντάφτουν στην πραγματικότητα. Ο κοσμήτορας της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ Αλέξανδρος Δημητρακόπουλος περιγράφει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» μια πραγματικότητα στην οποία ούτε η αναγέννηση του δάσους ούτε τα προληπτικά έργα έχουν προχωρήσει στον βαθμό που απαιτούσαν οι συνθήκες.
«Η πυρκαγιά του 2021 ήταν τουλάχιστον σοκαριστική, οι κάτοικοι βρέθηκαν απροετοίμαστοι» αναφέρει, εξηγώντας πως, παρά τις παρεμβάσεις που ακολούθησαν, οι βασικοί στόχοι δεν επιτεύχθηκαν. «Τα μέτρα που ελήφθησαν είχαν διπλό σκοπό: να στηρίξουν την τοπική οικονομία και να ενισχύσουν την αποκατάσταση του δάσους με τεχνητές αναδασώσεις εκεί όπου η φυσική αναγέννηση ήταν δύσκολη. Πέντε χρόνια μετά, όμως, δεν πετύχαμε πλήρως ούτε το ένα ούτε το άλλο» υποστηρίζει, ενώ επισημαίνει πως κρίσιμα έργα πρόληψης παραμένουν ακόμη ημιτελή: «Τα έργα που προβλέπει το πρόγραμμα AntiNero γύρω από οικισμούς υψηλού κινδύνου δεν έχουν εφαρμοστεί στο σύνολό τους».
Μάλιστα, όπως αναφέρει, οι αδυναμίες αυτές έγιναν εμφανείς και στη φετινή αντιπυρική περίοδο: «Δυστυχώς, είδαμε ξανά φωτιά να καίει μέσα στις ήδη καμένες εκτάσεις. Αυτό δείχνει ότι δεν υπήρξε ο αναγκαίος ορθολογικός σχεδιασμός για την αντιπυρική προστασία του δάσους και, κυρίως, των οικισμών που βρίσκονται μέσα σε αυτό».
Ο κ. Δημητρακόπουλος εξηγεί ότι η βόρεια Εύβοια αποτελεί μια ιδιαίτερα απαιτητική περιοχή, λόγω του έντονου ανάγλυφου και της συνεχούς ανάπτυξης της βλάστησης, γεγονός που αυξάνει διαρκώς τη διαθέσιμη καύσιμη ύλη. Για τον λόγο αυτόν, όπως λέει, θα έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί οι προτάσεις της μελέτης του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, με «δημιουργία κυκλικών αντιπυρικών ζωνών μειούμενης βιομάζας γύρω από τους οικισμούς, καθώς και ζώνης ελεύθερης βλάστησης πλάτους 50 μέτρων, ώστε να ανακοπεί η πορεία της φωτιάς πριν φτάσει στα σπίτια». «Αυτές οι παρεμβάσεις, όμως, δεν έγιναν. Από όσο γνωρίζω, δεν προχώρησε το δεύτερο σκέλος της χρηματοδότησης» καταλήγει.
