Πικρή γεύση αφήνει στους παραγωγούς της Λάρισας η φετινή σεζόν του καρπουζιού, παρά το γεγονός ότι το προϊόν παραμένει ένα από τα πλέον περιζήτητα φρούτα του ελληνικού καλοκαιριού. Στη Λάρισα, όπου η καλλιέργεια καταλαμβάνει χιλιάδες στρέμματα, οι χαμηλές τιμές παραγωγού, η περιορισμένη ζήτηση και το αυξημένο κόστος καλλιέργειας δημιούργησαν φέτος μια δύσκολη συνθήκη, αλλά κι εύλογο προβληματισμό για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Αξίζει να σημειωθεί πως στον Νομό Λάρισας καλλιεργούνται περίπου 5.000 στρέμματα καρπουζιού, εκ των οποίων περισσότερα από 2.000 βρίσκονται κυρίως στην περιοχή του Μακρυχωρίου.
Ο Γιώργος Σεληγκούνας, παραγωγός καρπουζιού από το Μακρυχώρι, περιγράφει τη φετινή κατάσταση με μελανά χρώματα, χαρακτηρίζοντας τη χρονιά «πολύ κακή, από τις χειρότερες των τελευταίων ετών» σε ό,τι αφορά κυρίως τη ζήτηση και τις τιμές.
Όπως εξηγεί, μια σειρά από συγκυρίες επηρέασαν την εξέλιξη της καλλιέργειας. Οι βροχοπτώσεις καθυστέρησαν τις φυτεύσεις, ενώ αντίστοιχα καθυστέρησε και η συγκομιδή σε άλλες περιοχές της χώρας, με αποτέλεσμα οι ποσότητες των καρπουζιών να βγουν στην αγορά σχεδόν ταυτόχρονα. Σύμφωνα με τον κ. Σεληγκούνα, η αυξημένη προσφορά και η χαμηλή ζήτηση πίεσαν σημαντικά τις τιμές, ενώ επισημαίνει πως έως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου οι τιμές παραγωγού κινήθηκαν από 10 έως 12 λεπτά το κιλό, σε ορισμένες δε περιπτώσεις έφτασαν και σε χαμηλότερο επίπεδο. Η καιρική αστάθεια δε βοήθησε την κατανάλωση, καθώς ο καιρός δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός, ενώ ο καύσωνας στις χώρες του εξωτερικού εμφανίστηκε αργότερα.
Η «ανάσα» των εξαγωγών
Σημαντική διέξοδο για την απορρόφηση των ποσοτήτων αποτέλεσαν οι εξαγωγές. Καρπούζια από τη Λάρισα ταξιδεύουν σε Ρουμανία, Ουκρανία, Πολωνία, Σερβία και Βουλγαρία, με τη Ρουμανία και την Ουκρανία να απορροφούν σημαντικές ποσότητες.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Σεληγκούνα, χρειάστηκε να γίνει ανταγωνιστική προσφορά προς τις αγορές του εξωτερικού προκειμένου να μη μείνουν προϊόντα στα χωράφια. «Αν δεν υπήρχε ο καύσωνας, θα έμεναν καρπούζια στα χωράφια, όπως συνέβη στην Πελοπόννησο. Κάναμε καλή προσφορά σε Ρουμανία και Ουκρανία, ώστε να φύγουν από την περιοχή», τονίζει χαρακτηριστικά.
Ο κύριος όγκος των εξαγωγών πραγματοποιείται μέσα στον Ιούνιο, με τις αποστολές να ολοκληρώνονται μέσα στον Ιούλιο. Στην Ελλάδα ο κ. Σεληγκούνας αναφέρει ότι οι τιμές πώλησης είναι υψηλότερες, ωστόσο, όπως επισημαίνει, ο παραγωγός επωμίζεται παράλληλα το κόστος συσκευασίας και μεταφοράς.
Ενδεικτικά, για τα σούπερ μάρκετ μια τελική τιμή της τάξης των 25-30 λεπτών το κιλό θεωρείται, σύμφωνα με τον ίδιο, λογική, ενώ στα οπωροπωλεία οι τιμές μπορεί να είναι αισθητά υψηλότερες, καθώς το προϊόν «αλλάζει πολλά χέρια» μέχρι να φτάσει στον καταναλωτή.
«Βαραίνει» το κόστος
Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα για τους παραγωγούς δεν είναι μόνο οι χαμηλές φετινές τιμές, αλλά το ολοένα αυξανόμενο κόστος παραγωγής. Ο κ. Σεληγκούνας σημειώνει ότι «αντίστοιχες τιμές είχαν να καταγραφούν από την περίοδο της πανδημίας, τότε, όμως, το κόστος καλλιέργειας ήταν περίπου το μισό».
Σήμερα, το κόστος φτάνει περίπου τα 1.000 ευρώ το στρέμμα, ενώ στις πρώιμες καλλιέργειες μπορεί να το ξεπερνά. Φυτά, πρώτες ύλες, εργατικά και ενέργεια έχουν αυξηθεί σημαντικά, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο το εισόδημα του παραγωγού.
«Είμαστε ένα ξεσκέπαστο μαγαζί, η καλλιέργεια εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Σεληγκούνας, σημειώνοντας πως οι αποζημιώσεις αφορούν κυρίως ζημιές από καιρικά φαινόμενα, ενώ και τα ασφάλιστρα έχουν αυξηθεί σημαντικά.
«Να μας στηρίξει η πολιτεία»
Το ερώτημα πλέον είναι τι θα γίνει την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Οι φετινές τιμές, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος, έχουν ήδη κάνει ορισμένους παραγωγούς να προβληματίζονται για το αν θα συνεχίσουν να καλλιεργούν καρπούζια.
«Απαιτεί επένδυση η καλλιέργεια και στον εξοπλισμό. Αποθαρρύνεται ο κόσμος», τονίζει ο κ. Σεληγκούνας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να στηριχθεί ο πρωτογενής τομέας και να έρθουν νέοι άνθρωποι στην παραγωγή.
Οι παραγωγοί προσανατολίζονται πλέον στην ανάδειξη του προβλήματος και στη διεκδίκηση στήριξης από την Πολιτεία, καθώς, όπως υποστηρίζουν, η φετινή χρονιά δεν κάλυψε το πραγματικό κόστος παραγωγής. «Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα το πρόβλημα, είναι και στο εξωτερικό», επισημαίνει ο κ. Σεληγκούνας, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αντιδράσεις παραγωγών στην Ουγγαρία.
Μικρότερα καρπούζια
Τα τελευταία χρόνια πάντως έχουν αλλάξει και οι προτιμήσεις των Ελλήνων για το αγαπημένο φρούτο του καλοκαιριού, με τον κ. Σεληγκούνα να τονίζει πως η ζήτηση είναι ολοένα και μεγαλύτερη για μικρότερα, καθώς είναι ευκολότερα στη μεταφορά και στην κατανάλωση. «Τα σούπερ μάρκετ ζητούν όσο το δυνατόν πιο μικρά, από 6 έως 10 κιλά, ενώ πλέον βλέπουμε και στη χώρα μας τα μεγαλύτερα καρπούζια συχνά να κόβονται στη μέση και να διατίθενται προς πώληση».
Και πώς μπορεί ο καταναλωτής να επιλέξει ένα καλό καρπούζι; Σύμφωνα με τον κ. Σεληγκούνα, η εμπιστοσύνη στον παραγωγό είναι το «μυστικό», αλλά και η προμήθεια του προϊόντος από σημεία πώλησης, όπου έχουν πραγματοποιηθεί οι απαραίτητοι έλεγχοι στο προϊόν. Και κάτι άλλο: «το σημείο όπου το καρπούζι ακουμπά στο έδαφος πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο κίτρινο για να είναι πιο γλυκό», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το καλοκαίρι προχωρά, όμως το καρπούζι παραμένει διαθέσιμο για αρκετές ακόμα εβδομάδες. «Μέχρι τον Σεπτέμβριο βρίσκουμε καρπούζια», λέει ο κ. Σεληγκούνας, δίνοντας και μια τελευταία πρακτική συμβουλή στους καταναλωτές: το καρπούζι πάντα στο ψυγείο και καλύτερα να διατηρείται με τη φλούδα του, ώστε να συντηρείται περισσότερο.
Πηγή: eleftheria.gr

