Σε μια βαθιά αυτοκριτική και αποκαλυπτική παρέμβαση προχώρησε ο Τουρκοκύπριος ακαδημαϊκός και πρώην ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ, Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, περιγράφοντας τα τραγικά γεγονότα που σκηνοθέτησαν οι Τούρκοι τον Αύγουστο του 1996 στη Δερύνεια. Με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από την άνανδρη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού, ο κ. Κιζίλγιουρεκ περιγράφει με ανάρτησή του στο Facebook τη ντροπή που ένιωσε παρακολουθώντας σε ζωντανή μετάδοση τη βαρβαρότητα, ενώ καταγγέλλει ευθέως τη συντονισμένη δράση του τουρκικού παρακράτους, των «Γκρίζων Λύκων» και του κατοχικού καθεστώτος.
Ο πρώην ευρωβουλευτής – ο μοναδικός Τουρκοκύπριος που έχει εκλεγεί ευρωβουλευτής – αποκαλύπτει το παρασκήνιο της παρακρατικής οργάνωσης των επεισοδίων, τη μεταφορά ακραίων στοιχείων από την Τουρκία, την τρομοκράτηση των Τουρκοκυπρίων δημοσιογράφων, αλλά και την προκλητική κάλυψη που παρείχαν στους δράστες ο Ραούφ Ντενκτάς και η Τανσού Τσιλέρ.
Δεν παραλείπει δε να μιλήσει για την κόρη του Τάσου Ισαάκ, την Αναστασία, η οποία δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της, υπογραμμίζοντας πως αποτελεί ελάχιστο χρέος όλων μια ειλικρινή συγγνώμης.
Η ανάρτηση του Νιαζί Κιζιλγκιουρέκ:
«Το καλοκαίρι που δολοφονήθηκαν ο Τάσος και ο Σολωμός ένιωσα μεγάλη ντροπή!
Εκείνο το καλοκαίρι, πρώτα δολοφονήθηκε ο Κουτλού Ανταλί. Στη συνέχεια, οι φρικτές πράξεις βίας που διαδέχονταν η μία την άλλη έκαναν τον καυτό, κιτρινισμένο Αύγουστο του 1996 να μείνει στην ιστορία ως ένας κατάμαυρος μήνας.
Εκείνον τον Αύγουστο, Ελληνοκύπριοι μοτοσικλετιστές στην περιοχή της Δερύνειας κατάφεραν να ξεφύγουν από τους στρατιώτες του ΟΗΕ και μπήκαν στη νεκρή ζώνη. Άρχισαν να προχωρούν προς τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους «πλήρως εξοπλισμένους πολίτες» που βρίσκονταν απέναντί τους.
Αφού πλησίασαν αρκετά, άρχισαν να τρέχουν προς τα πίσω, αλλά μπλέχτηκαν στα συρματοπλέγματα. Άνδρες με ρόπαλα που έτρεχαν πίσω τους χτυπούσαν τους Ελληνοκύπριους μέχρι θανάτου.
Ήταν μια φρικιαστική εικόνα.
Ένας νεαρός άνδρας, που είχε μπλεχτεί στα συρματοπλέγματα και δεν μπορούσε να ξεφύγει, λιντσαριζόταν με ρόπαλα.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν ζωντανά αυτή τη σκηνή αγριότητας.
Τρεις ημέρες αργότερα έγινε η κηδεία του Τάσου Ισαάκ. Η κηδεία, που πραγματοποιήθηκε μέσα σε βαθιά σιωπή και μαύρη θλίψη, επρόκειτο να τελειώσει με μια τρομακτική σκηνή.
Ο Σολωμός Σολωμού, συγγενής του Τάσου, μετά την κηδεία ενώθηκε με μια ομάδα που κινήθηκε προς τον βορρά και έφτασε στο βόρειο άκρο της νεκρής ζώνης.
Με ένα τσιγάρο στο στόμα, άρχισε να σκαρφαλώνει στον ιστό όπου κυμάτιζε η τουρκική σημαία.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν και πάλι ζωντανά.
Ξαφνικά, ο Σολωμός γλίστρησε προς τα κάτω από τον ιστό στον οποίο είχε σκαρφαλώσει και σωριάστηκε στο έδαφος. Ο νεαρός άνδρας είχε πέσει νεκρός από πυρά που ανοίχθηκαν από τον βορρά, σαν πουλί που το πυροβολούν στο κυνήγι.
Εκείνο το καλοκαίρι έριξαν αλάτι στις πληγές των Ελληνοκυπρίων.
Η «τελετουργία θανάτου» στη Δερύνεια είχε οργανωθεί από τις επίσημες αρχές. Στο νησί είχαν μεταφερθεί βίαιες «εθνικιστικές» ομάδες ως μέτρο εναντίον των Ελληνοκύπριων διαδηλωτών. Οι δημοσιογράφοι που συγκεντρώθηκαν στις 11 Αυγούστου μπροστά από το Τουρκοκυπριακό Γραφείο Πληροφοριών είχαν προειδοποιηθεί εκ των προτέρων: «Αυτή είναι μια ιδιαίτερη μέρα. Σήμερα δεν μπορείτε να γράψετε όλα όσα βλέπετε ούτε να φωτογραφίσετε όλα όσα βλέπετε. Μην ξεχνάτε ότι έχουμε καταγεγραμμένα τα ονόματα όλων σας».
Οι δημοσιογράφοι θα καταλάβαιναν τι ακριβώς σήμαιναν αυτά τα λόγια όταν έφταναν στην περιοχή των επεισοδίων. Ένας δημοσιογράφος, βλέποντας ανθρώπους να περιφέρονται κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός κρατώντας σημαίες με τις τρεις ημισελήνους, ρόπαλα και κυνηγετικά όπλα, ρώτησε:
– «Τι συμβαίνει, έχουμε κυνήγι;»
– «Σήμερα επιτρέπεται κάθε είδους κυνήγι», πήρε για απάντηση.
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ο Ντενκτάς, μετά την άγρια δολοφονία του Τάσου Ισαάκ, φιλοξένησε στο προεδρικό του μέγαρο όσους είχαν κουραστεί από το «κυνήγι», τους πρόσφερε λεμονάδα για να δροσιστούν και, μέσα σε συνθήματα «Μπασμπούγ Ντενκτάς» («Αρχηγέ Ντενκτάς»), δήλωσε με θράσος στον Τύπο: «Εμείς δεν θα σας δώσουμε τη γη μας!»
Εκείνο το καλοκαίρι, ως άνθρωπος πονούσε η συνείδησή μου και ως Τουρκοκύπριος ένιωσα ντροπή.
Γιατί οι δολοφόνοι ενεργούσαν στο όνομα όλων των Τουρκοκυπρίων.
Ξέρω καλά ότι σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει κουλτούρα απολογίας. Όμως, όταν σκοτώθηκε ο Τάσος Ισαάκ, η κόρη του βρισκόταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας της. Πιστεύω ότι είναι χρέος όλων μας να ζητήσουμε συγγνώμη – τουλάχιστον από το ορφανό κορίτσι που ήρθε στον κόσμο με το όνομα Αναστασία».
