Από τον Σταύρο Παυλακούδη, νομικό, Συμβουλευτικό Κέντρο Λάρισας
Η αντιμετώπιση αυτή των αρμόδιων αρχών περιλαμβάνει την επίκριση των θυμάτων για την κακοποίηση που έχουν υποστεί, δυσπιστία για όσα καταθέτουν και επιπλέον άρνηση παροχής βοήθειας. Επιστημονικές έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι τέτοιες συμπεριφορές αποτελούν πραγματικότητα για τα 3/4 των θυμάτων βιασμού (ποσοστό σχεδόν 72%) [4]. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα βρετανικών πανεπιστημίων [5], τρία στα πέντε θύματα (59%) είπαν πως, κατά την επαφή τους με τις αστυνομικές αρχές, η εμπειρία τους ήταν χειρότερη απ’ ό,τι περίμεναν.
Οι πολύωρες και επαναλαμβανόμενες καταθέσεις των θυμάτων για περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού τους και μάλιστα ενώπιον αξιωματικών αντίθετου φύλου (συνήθως άνδρες), οι έρευνες για το ερωτικό παρελθόν και τις σεξουαλικές συνήθειες του θύματος, οι ερωτήσεις για την αμφίεσή του ή ερωτήσεις όπως: «γιατί το καταγγέλλετε τώρα, ενώ το συμβάν έλαβε χώρα πριν τόσο καιρό;», «γιατί δεχθήκατε πρόσκληση για να πάτε σε ένα μέρος σαν αυτό;» «γιατί δε φύγατε ή δεν αντισταθήκατε ενώ μπορούσατε;», επιδεινώνουν τα συναισθήματα ντροπής, αποδυνάμωσης και ενοχής, και ενδέχεται να οδηγήσουν σε χειροτέρευση του τραύματος και της μετατραυματικής διαταραχής.
Οι συνέπειες είναι πολλαπλές, τόσο για τη σωματική και ψυχική υγεία των θυμάτων όσο και ως προς την αποτελεσματικότητα/εγκυρότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Σε σχετική έρευνα [6] το 75% των επιζωσών/-ώντων δήλωσε πως:
* Η ψυχική υγεία τους είχε επιδεινωθεί ως άμεσο αποτέλεσμα της (μη) δράσης της Αστυνομίας.

* 55% ανέφερε αρνητικές συνέπειες στη σωματική του υγεία.
* 56% χαρακτήρισε απίθανο να καταγγείλει στο μέλλον βιασμό στην Αστυνομία.
Τα όργανα δίωξης του εγκλήματος πολλές φορές υιοθετούν τους μύθους περί του βιασμού (rape myths) σχετικά με την ταυτότητα, την εμφάνιση και τις αντιδράσεις που υποτίθεται πως πρέπει να έχει ένα θύμα και κατά συνέπεια ως προς την αξιοπιστία όσων καταγγέλλουν και δεν ανταποκρίνονται σε τέτοια πρότυπα. Έτσι, τα ανακριτικά όργανα δεν μπορούν να εκτιμήσουν την υπόθεση από ένα αντικειμενικό οπτικό πεδίο, να υποστηρίξουν τις ανάγκες του θύματος και να επιβεβαιώσουν την κατάθεσή του. Τέτοιες στερεοτυπικές έμφυλες προκαταλήψεις οδηγούν σε αμφισβήτηση της εγκυρότητας της κατάθεσης του θύματος και μεροληπτικής αντιμετώπισης σε βάρος του, καθώς και διακριτικής μεταχείρισής του από τις δικαστικές αρχές.
Η Επιτροπή των Η.Ε. για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων σε βάρος των γυναικών (CEDAW) έχει επισημάνει πως τέτοιες στερεοτυπικές προκαταλήψεις των δικαστικών αρχών επηρεάζουν την αξιοπιστία, τα επιχειρήματα και την κατάθεση των γυναικών, ως μερών της ποινικής διαδικασίας, και οδηγούν τους/τις δικαστές/-τριες σε παρερμηνεία και κακή εφαρμογή των νόμων. Με αυτόν τον τρόπο το δικαστικό σύστημα υποθάλπει την ατιμωρησία των δραστών και διακυβεύει την αντικειμενικότητα και την ακεραιότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Η Έκθεση της GREVIO για την Ελλάδα (2023) διαπιστώνει την ύπαρξη έμφυλων στερεοτύπων και προκαταλήψεων στην Αστυνομία και το δικαστικό σώμα, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ενοχοποίηση των θυμάτων (victim blaming) και καχυποψία σε βάρος τους. Όλα τα ανωτέρω αποθαρρύνουν τα θύματα από το να καταγγείλουν το έγκλημα ή να συνεχίσουν την εμπλοκή τους στις δικαστικές διαδικασίες.
Στο πλαίσιο της πρόληψης και της αντιμετώπισης του φαινομένου της έμφυλης βίας κατά των γυναικών, αλλά και της γενικότερης προστασίας των δικαιωμάτων τους, η Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΓΓΙΑΔ) λειτουργεί πανελλαδικό Δίκτυο 68 υποστηρικτικών δομών, αποτελούμενο από 47 Συμβουλευτικά Κέντρα και 20 Ξενώνες Φιλοξενίας σε όλη την επικράτεια, σε συνδυασμό με την πανελλαδικής εμβέλειας 24ωρη Τηλεφωνική Γραμμή SOS 15900.
Στο Δίκτυο αυτό εντάσσεται και το Συμβουλευτικό Κέντρο Λάρισας, το οποίο διοικείται και εποπτεύεται επιστημονικά από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ), χρηματοδοτείται δε από το Πρόγραμμα «Θεσσαλία 2021-2027». Το Συμβουλευτικό Κέντρο Λάρισας παρέχει σε ενήλικες γυναίκες που έχουν υποστεί έμφυλη βία ή/και πολλαπλές διακρίσεις ΔΩΡΕΑΝ συμβουλευτικές υπηρεσίες κοινωνικής, ψυχολογικής, εργασιακής και νομικής στήριξης, οι οποίες καλύπτονται από το απόρρητο της συμβουλευτικής.
[1]. Williams, J.E. (1984). «Secondary victimization: Confronting public attitudes about rape», Victimology, 9(1), 66-81.
[2]. Madigan, L. & Gamble, N.C. (1991). The Second Rape, Society’s Continued Betrayal of the Victim.
[3]. Martin, P.Y. & Powell, R.M. (1994). Accounting for the ‘Second Assault’: Legal Organizations’ Framing of Rape Victims.
[4]. Ullman, S.E. & Townsend, S.M. (2007). Barriers to working with sexual assault survivors: A qualitative study of rape crisis center workers. Violence Against Women, 13(4), 412-443.
[5]. Gekoski, A., et al. (2026). «It’s an absolute shambles»: police officers’ views on institutional challenges in policing rape and serious sex offences in England and Wales. Policing and Society, 1-20.
[6]. Hohl, B.C., et al. (2023). Community identified characteristics related to illegal dumping; a mixed methods study to inform prevention. J Environ Manage. 15;346:118930.
ΠΗΓΗ eleftheria.gr
