Η ιστορία που θα σας διηγηθώ και αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος στις σχέσεις Ελλάδος και Τουρκίας εξελίχθηκε μέσα στο Μέγαρο Μαξίμου το βράδυ των δηλώσεων του τότε υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια στην Αγκυρα ενώπιον του τότε ομολόγου του Μεβλούτ Τσαβούσογλου.
Ο Κερκυραίος πολιτικός είχε μεταβεί στην τουρκική πρωτεύουσα έχοντας συνεννοηθεί με τον πρωθυπουργό για την κλίμακα της αντίδρασης που θα εκδήλωνε σε περίπτωση που ο ομόλογός του κατά τη διάρκεια των κοινών δηλώσεων προκαλούσε με ζητήματα ταμπού για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Πράγματι, ο Τσαβούσογλου το έκανε αρχίζοντας να μιλά για «τουρκική μειονότητα Θράκης» και ανοίγοντας θέμα Συνθήκης της Λωζάννης, ενώ επεκτάθηκε μετά και σε άλλα ζητήματα.
Η αντίδραση του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών ήταν μια σκάλα παραπάνω από αυτήν που είχε σχεδιάσει με τον πρωθυπουργό, από το 2 στο 3, και άφησε εμβρόντητο τον ομόλογό του, καθώς άκουσε σε ζωντανή μετάδοση μέσα στην Τουρκία χύμα και τσουβαλάτα όλα όσα λέγονται πολλές φορές σε χαμηλούς τόνους στα παρασκήνια. Ακόμη και για το casus belli, για το οποίο καμάρωνε φέτος ο πρωθυπουργός πως το έθεσε πρώτος μέσα στην Αγκυρα, είχε προηγηθεί άλλος!
Μόλις τελείωσε η μετάδοση των δηλώσεων Δένδια – Τσαβούσογλου που προκάλεσαν δικαιολογημένο αίσθημα υπερηφάνειας και εμπιστοσύνης στον ελληνικό λαό, ένας αξιωματούχος του Μαξίμου που την παρακολουθούσε σε μία αίθουσα μαζί με άλλους χτύπησε αγανακτισμένος το χέρι του στο τραπέζι και κατηγόρησε τον υπουργό Εξωτερικών ότι «κατέστρεψε όλα όσα είχαμε καταφέρει με κόπο εδώ και δύο χρόνια» – ήταν προφανές ότι αυτός αξιωματούχος πίστευε σε μία άλλη πολιτική διαλόγου.
Ανάλογες αντιδράσεις υπήρξαν όταν με τη συμφωνία μερικής οριοθέτησης με την Αίγυπτο το καλοκαίρι του 2020 χάλασε η συμφωνία τύπου Μαδρίτης που ετοίμαζαν πίσω από τις πλάτες Δένδια στο παρασκήνιο Αθήνα και Αγκυρα με μεσολαβητή το Βερολίνο και επικεφαλής των διαπραγματεύσεων έναν τέως πρεσβευτή της Γερμανίας στην Ελλάδα.
Μεγάλα τμήματα εκείνης της συμφωνίας μπορεί κανείς να τα διακρίνει στη Δυμφωνία των Αθηνών του 2023 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Ο τρόπος διαπραγμάτευσης της Ελλάδας με την Τουρκία άλλαξε μετά την αποχώρηση του νυν υπουργού Αμυνας από το κτίριο της οδού Ακαδημίας.
Το Μαξίμου υιοθέτησε μία άλλη πολιτική, η οποία διακρίθηκε από την εντυπωσιακή πύκνωση των διμερών επαφών μεταξύ επικεφαλής των διπλωματικών αντιπροσωπιών, από την αντικατάσταση των διερευνητικών επαφών με τον απευθείας διάλογο μεταξύ των επικεφαλής της διπλωματίας των δύο χωρών που βλέπονταν κάθε 15 μέρες, και μάλιστα ενίοτε χωρίς μεταφραστή, κατόπιν τουρκικής επιθυμίας, λέγεται (σε συναντήσεις κορυφής υπήρχε κοινός διερμηνέας ηγετών, ο πρέσβης Μίλτων Νικολαΐδης που μεγάλωσε στην ίδια περιοχή με τον Ερντογάν στην Πόλη και τον εντυπωσίασε με τα ιδιαίτερα τουρκικά της συνοικίας τους), και από την καλλιέργεια υπερβολικών προσδοκιών για την κατάληξη αυτού του διαλόγου σε γραπτό κείμενο.
Παραχωρήσεις συγκυριαρχίας
Προσχέδιο κειμένου στις μυστικές επαφές που έγιναν στη Γενεύη με επικεφαλής μέλος της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου των Εξωτερικών συνετάχθη, αλλά αυτό επειδή περιείχε ασύλληπτες παραχωρήσεις συγκυριαρχίας υπό τον αθώο τίτλο «πρακτικά μέτρα προσωρινού χαρακτήρα» γρήγορα πετάχτηκε μετά την αποκάλυψή του από την εφημερίδα μας στον κάλαθο των αχρήστων. Ωστόσο οι προσδοκίες συνέχισαν να καλλιεργούνται, καθώς η τουρκική πλευρά διατηρούσε ισχυρά αρνητικές αναμνήσεις από τις δεσμεύσεις που ανελήφθησαν στη συνάντηση του Βοσπόρου και ουδέποτε υλοποιήθηκαν με συνέπεια τα «γιοκ» .
Το πρόβλημα στη διπλωματία δεν είναι να καλλιεργείς προσδοκίες. Το πρόβλημα είναι πως, αν δεν είσαι σε θέση να τις φέρεις εις πέρας, έρχεται μία ωραία πρωία που ο συνομιλητής σου αντιλαμβάνεται πως είτε δεν μπορείς να τηρήσεις τα υπεσχημένα είτε τον κοροϊδεύεις, καμιά φορά πως κινείσαι και πέρα από την εντολή σου. Και έπειτα από αυτό αραιώνει εντυπωσιακά τις επαφές, επιστρέφει στις παραβιάσεις και εγείρει ξανά γκρίζες ζώνες μέχρι να πάρει αυτό που θέλει!
Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε σήμερα. Της αθόρυβης παράδοσης υπό τους ήχους «πατριωτικών εμβατηρίων». Εξέλιξη που, αν λάβει υπόψη του κανείς, μπορεί να κατανοήσει γιατί και η Αθήνα σήμερα άρχισε να παραδέχεται υποκριτικά, όπως θα αποδειχθεί στο μέλλον, ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» εξεμέτρησε το ζην έπειτα από τρία ολόκληρα χρόνια εντατικών επαφών.
Μπορεί επίσης να κατανοήσει πως μια πολιτική ευθείας γραμμής και ξεκάθαρων εξηγήσεων για το τι μπορεί να κάνει και το τι δεν μπορεί να κάνει μία χώρα στη διάρκεια του διαλόγου για τα χρονίζοντα θέματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι απείρως προτιμότερη από μία πολιτική που υπόσχεται πολλά, αλλά όταν οι εμπνευστές τους έρχονται στο σημείο να την υλοποιήσουν κοντά στο τέλος του εκλογικού κύκλου, υποκρίνονται πως αντιλαμβάνονται το ιστορικό βάρος που φέρουν και υπαναχωρούν ατάκτως.
Αυτό το οποίο λεγόταν την περίοδο 2019-2023 από άτυπα κανάλια προς την τουρκική πλευρά ήταν πως «εμείς θέλουμε αλλά η (τότε) ηγεσία του υπουργείου των Εξωτερικών μάς εμποδίζει». Και όταν το υπουργικό συμβούλιο και η κυβέρνηση απηλλάγησαν από τον ενοχλητικό υπουργό που… εμποδίζει και ο διάδρομος ήταν ελεύθερος για να αποδειχθεί τι τελικά μπορεί να γίνει και τι δεν μπορεί να γίνει, πού καταλήξαμε και πού καταλήγουμε;
Αυτοί που είχαν υψώσει τη σημαία του φιλελεύθερου ρεαλισμού να κοντεύουν σήμερα να υψώσουν υπό τον φόβο των Καραμανλή – Σαμαρά και της κριτικής τους στα εθνικά… τη σημαία του εθνικισμού προκειμένου να παραπλανήσουν για τις μακροπρόθεσμες επιδιώξεις τους. Με τη διαφορά όμως ότι αυτό έχει κόστος για τη χώρα. Γιατί με την προσέγγιση με την Τουρκία, στην οποία ευτυχώς το καταλάβαμε και τώρα σιγά σιγά το στρίβουμε κάπως για τα μάτια των εκλογέων, δεν έχουμε κόστος στις σχέσεις μας μόνο με την Τουρκία.
Εχουμε κόστος στις σχέσεις με όλους τους γύρω μας. Χάσαμε από το οπτικό μας πεδίο την Αίγυπτο, ενώ η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ μαζί της έλεγε ότι θα την ενημερώνουμε διαρκώς όταν διαπραγματευόμαστε με την Τουρκία και δεν το κάναμε. Και μάλιστα όχι απλώς δεν το κάναμε, αλλά όταν ήρθε η ώρα να υπερασπίσουμε τη συμφωνία στην Κάσο, το βάλαμε στα πόδια. Ενώ νοτίως της Κρήτης ψηφίσαμε νόμο με την ορολογία «απώλεια οριοθετημένης περιοχής». Χάσαμε επίσης τη Σαουδική Αραβία, τον δίαυλο με την οποία πράγματι άνοιξε αυτή η κυβέρνηση.
Βlame game
Χάνουμε πιθανώς και την Αμερική, υπό την έννοια ότι στο blame game θα έρθει η ώρα που η Τουρκία θα μας τα ρίξει όλα επάνω μας για την καλλιέργεια των υπερβολικών προσδοκιών για συμφωνία και σε αντάλλαγμα μπορεί να πάρει, εκτός όλων των άλλων, βάσκανος μοίρα ευχόμαστε να μην το δούμε ποτέ, την αναγνώριση του ψευδοκράτους από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πού καταλήγουμε; Ο καλύτερος ρεαλισμός στην εξωτερική πολιτική είναι ο ευθύς πατριωτισμός. Να ξέρει ο συνομιλητής σου ποιες είναι οι απόλυτες κόκκινες γραμμές σου από την αρχή και να μην του δημιουργούνται φρούδες ελπίδες. Το καλό είναι ότι η κυβέρνηση και για λόγους προεκλογικούς έχει αρχίσει και στρίβει το καράβι στα Ελληνοτουρκικά, χωρίς όμως να έχει αποφύγει τον κίνδυνο της πρόσκρουσης σε ξέρα.
Υπάρχουν, βλέπετε, μεγάλες και επικίνδυνες ατραποί, τα χωροταξικά σχέδια για τον τουρισμό και για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που κρύβουν τέτοιες παγίδες συνδιαχείρισης ή και «απώλειας οριοθετημένης περιοχής» μακροπρόθεσμα, αλλά η πιθανότητα να πληρώσουμε βαρύ λογαριασμό για την αναξιοπιστία μας στις διεθνείς σχέσεις συνολικά είναι αυξημένη. Δυστυχώς. Χωρίς θερμό επεισόδιο, μάλιστα.
