Την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά, οι τραπεζικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν μέσα σε έναν μήνα κατά 5,3 δισ. ευρώ.
Η εικόνα, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει παράδοξη. Πώς είναι δυνατόν οι καταθέσεις να αυξάνονται, όταν οι περισσότερες οικογένειες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις βασικές τους ανάγκες;
Από πού προήλθε η αύξηση των καταθέσεων
Η απάντηση βρίσκεται στα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Από τη συνολική αύξηση των καταθέσεων, σχεδόν τα 5 δισ. ευρώ προήλθαν από τις επιχειρήσεις και ειδικότερα από τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Με άλλα λόγια, η νέα ρευστότητα δεν προήλθε από την αποταμίευση των νοικοκυριών, αλλά από την αυξημένη επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την οικονομική κατάσταση των ελληνικών οικογενειών.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, με τα τρόφιμα, τη στέγαση και τις υπηρεσίες να παραμένουν οι βασικές πηγές πίεσης.
Παρά την αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού, τα ενοίκια και οι τιμές πολλών βασικών αγαθών εξακολουθούν να κινούνται αισθητά υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από το κύμα ανατιμήσεων.
Περιορίζεται η αποταμίευση των νοικοκυριών
Το αποτέλεσμα είναι ότι όλο και μικρότερο μέρος του εισοδήματος μπορεί να κατευθυνθεί στην αποταμίευση.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την αποταμίευση των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τα τελευταία συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ, τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν αρνητική καθαρή αποταμίευση, γεγονός που σημαίνει ότι συνολικά καταναλώνουν περισσότερα από όσα κατορθώνουν να αποταμιεύσουν.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφει και το ΙΟΒΕ, καθώς η μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν αναμένει να μπορέσει να αποταμιεύσει μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες.
Η περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης συνδέεται και με το υψηλό ιδιωτικό χρέος.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ΑΑΔΕ ξεπερνούν πλέον τα 110 δισ. ευρώ, οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ υπερβαίνουν τα 50 δισ. ευρώ, ενώ σημαντικό μέρος των παλαιών «κόκκινων» δανείων εξακολουθεί να βρίσκεται στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Έτσι, ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση φορολογικών υποχρεώσεων, δανείων και παλαιότερων οφειλών αντί να ενισχύει τις αποταμιεύσεις.
Αυξήθηκαν κατά 18,7% οι επιχειρηματικές καταθέσεις
Αντίθετα, η εικόνα στις επιχειρήσεις είναι διαφορετική.
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των επιχειρηματικών καταθέσεων έφτασε το 18,7%, αντανακλώντας την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Στην εξέλιξη αυτή συμβάλλουν η ισχυρή τουριστική περίοδος, η υλοποίηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και οι υψηλότεροι ονομαστικοί τζίροι που δημιούργησε ο πληθωρισμός τα τελευταία χρόνια.
Η εικόνα αποτυπώνει μια οικονομία δύο ταχυτήτων.
Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις εμφανίζουν αυξημένη ρευστότητα και ενισχύουν τις τραπεζικές τους καταθέσεις.
Από την άλλη, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής, να περιορίζουν την αποταμίευση και να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν οικονομικό «μαξιλάρι», παρά τη συνολική βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών δεικτών.
ΠΗΓΗ: eleftheria.gr
