Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε στο Δυτικό Πέλλας, όπου ζει και εργάζεται ως φιλόλογος. Έχει τιμηθεί για το λογοτεχνικό του έργο με σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το «Έξοδα νοσηλείας» και το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» για το «Χιόνι των Αγράφων». Το νέο του βιβλίο «Νοσοκομείο Σωτηρία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.
Παναγιώτη, πώς γεννήθηκε η ιδέα να κάνεις το «Σωτηρία» κεντρικό τόπο του βιβλίου;
Από ένα ρίγος ξεκίνησαν όλα, όταν εμβάθυνα λίγο παραπάνω στην εκτέλεση (30.11.1943) των αναπήρων του Σωτηρία και των άλλων νοσοκομείων της Αθήνας από δυνάμεις της δωσιλογικής κυβέρνησης και των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Όλα τα λοιπά προέκυψαν αφανώς και υπογείως, με βασικό πυροδότη τις συνδηλώσεις του ίδιου του νοσοκομείου με το μνημείο των εκτελεσμένων, τη μνήμη της Κατοχής και του Εμφυλίου, την ιστορία της φυματίωσης, την αγωνία του πάσχοντος σώματος κτλ. Αναρίθμητοι οι τόποι του μαρτυρίου και της μνήμης σε τούτη τη χώρα, αλλά δεν ξέρω άλλον που να συμπυκνώνει τόση ιστορική και υπαρξιακή ένταση όσο το Σωτηρία.
Τι σε γοητεύει στη συνάντηση της προσωπικής μνήμης με τη συλλογική Ιστορία;
Αφενός είναι το ερέθισμα της περαιτέρω έρευνας, ώστε γράφοντας παραλλήλως να εμβαθύνω, να σκάβω και τελικά να μαθαίνω γύρω από ζητήματα που με ενδιαφέρουν και αφετέρου είναι η προσπάθεια εξέτασης του ανθρώπινου υποκειμένου στις συλλογικές του διαστάσεις, ως κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά εν ολίγοις ιστορικά επικαθορισμένου όντος με ορισμένο πάντα βαθμό αυτονομίας. Επιμένω ιδιαίτερα στην ιστορία της Κατοχής και του Εμφυλίου, γιατί οι λογαριασμοί δεν έχουν κλείσει ακόμη και το τραύμα συνεχίζει να αιμορραγεί. Βασικό μου βέβαια μέλημα είναι πρωτίστως το παρόν, που διαμέσου του πρόσφατου παρελθόντος προσπαθώ να φωτίσω.

Γιατί επέλεξες μια θρυμματισμένη, ψηφιδωτή αφηγηματική μορφή;
Δεν πιστεύω ότι η ενιαία και συνεχής αφήγηση αντιπροσωπεύει την ούτως ή άλλως θρυμματισμένη από τον πληθωρισμό των πληροφοριών, την κατίσχυση της εικόνας και τους έντονους ρυθμούς της καθημερινότητας συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου. Από εκεί και πέρα, σημαντικό ρόλο έπαιξε η επιθυμία μου να εξελίξω μορφικά τη γραφή μου, δοκιμάζοντας νέους τρόπους και τεχνικές και η επίγνωση των εκφραστικών δυνατοτήτων που διανοίγονται μέσα απ’ το μπονσάι ως προς την αφαιρετικότητα, την υπαινικτικότητα, την ποιητικότητα και την ένταση της γραφής.
Στο βιβλίο η γραφή μοιάζει να αντιστέκεται στον θάνατο. Μπορεί τελικά η λογοτεχνία να λειτουργήσει ως καταφύγιο;
Παραφράζοντας τον Καρυωτάκη, θα πω ότι η ποίησις είναι το καταφύγιο που αδυνατούμε.
Ο ήρωας αναζητά τα ίχνη του παππού του. Τι σημαίνει για σένα αυτή η αναμέτρηση με την οικογενειακή μνήμη;
Ο Ιωάννου έλεγε ότι στις πιο αντιπροσωπευτικές γραφές μας είμαστε αυτοβιογραφικοί. Η εδώ αναμέτρηση με τα σπαράγματα της προσωπικής μνήμης υπηρετεί τις ανάγκες της μυθοπλασίας, υποστηρίζει την αληθοφάνειά της και εντέλει εκφράζει την ανάγκη του αφηγηματικού υποκειμένου, την ανάγκη δηλαδή του καθένα μας να συστήσει ένα αναγνωρίσιμο εγώ, με αναφορά στα οικεία ίχνη του πρόσφατου παρελθόντος.
Παρά τη βαριά θεματική του, το βιβλίο περιέχει χιούμορ και σαρκασμό. Πόσο αναγκαία είναι αυτά τα στοιχεία όταν γράφεις για την απώλεια και τον πόνο;
Είναι ένας τρόπος αποφόρτισης, η βαλβίδα εξαέρωσης που διατηρεί τη συναισθηματική ισορροπία της γραφής, ώστε να μην εξοκείλει στην υπερβολή και να μην ενδώσει στην ευκολία του μελοδράματος. Αλλά ειδικά σ’ αυτή τη γραφή, το χιούμορ είναι κάτι παραπάνω από μια απλή υφολογική επιλογή του συγγραφέα: είναι ένας λοξός τρόπος κοιτάγματος της πραγματικότητας κι η βγαλμένη γλώσσα του αφηγητή απέναντι σ’ ό,τι τον τρομάζει και τον διαλύει.
ΠΗΓΗ: thitanews.gr
