Ο Πίτερ Νάντας, ένας από τους πιο εξέχοντες εκπροσώπους της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, απεβίωσε σε ηλικία 83 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο βαθιά επηρεασμένο από τις πληγές του 20ού αιώνα.
Ο πολυβραβευμένος Ούγγρος συγγραφέας, που είχε βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο των συζητήσεων για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, μετέτρεψε την προσωπική μνήμη, την Ιστορία και τις σκοτεινές σελίδες της πατρίδας του σε λογοτεχνικά αριστουργήματα.
Η λογοτεχνική του πράκτορας, Ανέτ Όρος, επιβεβαίωσε το θάνατό του, ανακοινώνοντας μέσω Facebook ότι ο Νάντας πέθανε το πρωί της 26ης Αυγούστου στη κατοικία του στο Γκόμποζεγκ.
Ο Νάντας, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, διακρίθηκε για τους στοχασμούς του, που τροφοδοτήθηκαν από την προσωπική του εμπειρία από τον πόλεμο, το κομμουνιστικό καθεστώς και τις μεταβολές στη σύγχρονη Ουγγαρία. Ένα από τα έργα του, «Το τέλος ενός οικογενειακού χρονικού», κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2007.
Το 2005, κυκλοφόρησε το μνημειώδες έργο του «Παράλληλες Ιστορίες», το οποίο χρειάστηκε 18 χρόνια δουλειάς, το οποίο ήταν άνω των 1.000 σελίδων. Το έργο αυτό χαιρετίστηκε για τον πειραματικό και τολμηρό του χαρακτήρα.
Γεννημένος στη Βουδαπέστη στις 14 Οκτωβρίου 1942, σε εβραϊκή οικογένεια, ο Νάντας έζησε τους τελευταίους μήνες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε μία πόλη ρημαγμένη από τις συγκρούσεις. Η μητέρα του απεβίωσε από καρκίνο το 1955, ενώ ο πατέρας του αυτοκτόνησε τρία χρόνια αργότερα, και τον μεγάλωσε η θεία του.
Με σπουδές στη Φωτογραφία, εργάστηκε ως δημοσιογράφος μέχρι το 1969, προτού αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη συγγραφή. Το 1967 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Η Βίβλος». Ακολούθησαν πολλά άλλα μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων και θεατρικά έργα, στα οποία αναμειγνύονται αυτοβιογραφικά στοιχεία, φιλοσοφική σκέψη και κριτική του πολιτικού συστήματος της εποχής.
Το 1990, παντρεύτηκε την επί πολλά χρόνια σύντροφό του, Μάγδα Σάλαμον. Τρία χρόνια αργότερα, υπέστη καρδιακή κρίση, αλλά επέστρεψε στη ζωή, εμπειρία που αποτύπωσε στο έργο «Ο θάνατος κατά πρόσωπο», το 2004.
Σε τηλεοπτική του συνέντευξη, εξέφρασε την αγάπη του για τη ζωή, λέγοντας: «Αγαπώ τη ζωή (…) αλλά θα ήταν καλά και να πεθάνω, δεν έχω ζήσει μία κατάσταση τόσο γαλήνια, μία τέτοια ηρεμία». Παράλληλα, τόνισε ότι η εμπειρία αυτή είναι «πέρα από τις λέξεις».
Τα τελευταία χρόνια, αποσυρμένος στην εξοχική του κατοικία, όπου δεν άκουγε ραδιόφωνο, δεν έβλεπε τηλεόραση και δεν χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο, αναζητούσε μια απλή ύπαρξη. «Ζω λιτά και δεν έχω την επιθυμία να ζήσω αλλιώς, έχω γεννηθεί στοχαστικός», είχε πει πρόσφατα στον ουγγρικό ιστότοπο Litera.
Σε περιόδους κρίσης, ο πολιτισμός, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει μεγάλη ζήτηση, καθώς οι άνθρωποι διαβάζουν περισσότερο, πηγαίνουν στο θέατρο, επισκέπτονται γκαλερί και βλέπουν ταινίες. Αντίθετα, σε περιόδους ευημερίας, αφήνονται στην άνεση και την επίδειξη. «Τι θα διαβάζετε; Ο καθένας πρέπει να το αποφασίσει μόνος του. Δεν έχουμε κανέναν λόγο να παρεμβαίνουμε στο τι διαβάζει ο καθένας, είναι ένας από τους λίγους χώρους όπου ο άνθρωπος είναι πραγματικά ελεύθερος στην απόφασή του», είχε επισημάνει.
Για τη λογοτεχνία, είπε ότι «πρέπει να κατεβαίνουμε σε εκείνα τα απλούστατα προσωπικά και ανθρωπολογικά ερωτήματα που απασχολούν τη λογοτεχνία. Τι είναι ο άνθρωπος; Ποιος είναι ο άνθρωπος; Για ποιον λόγο υπάρχει; Η ύπαρξή του έχει νόημα κι, αν όχι, τότε τι είναι η ύπαρξη;» και τόνισε ότι η λογοτεχνία είναι προσωπική, όχι κοινότητα ή εθνική υπόθεση. «Αν δεν την καλλιεργεί κανείς, τότε ο πληθυσμός θα αποβλακωθεί».

