Η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα ψηφιακά κανάλια αλλάζουν με ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές ενημερώνονται για θέματα υγείας, λαμβάνουν αποφάσεις και αναζητούν πρόσβαση σε εξετάσεις, θεραπείες και φάρμακα. Ωστόσο, οι κλινικοί γιατροί εξακολουθούν να αποτελούν την πιο αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης, ακόμη και για όσους στρέφονται στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Τα παραπάνω προκύπτουν από την πιο πρόσφατη έκδοση της έρευνας της EY, (Global Consumer Health Report), στην οποία συμμετείχαν 7.500 καταναλωτές από 10 αγορές.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 56% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει ήδη ζητήσει ή θα εξέταζε το ενδεχόμενο να ζητήσει εξέταση, θεραπεία ή συνταγογράφηση με βάση πληροφορίες που έλαβε από εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης. Παράλληλα, σημαντικό ποσοστό όσων λαμβάνουν φάρμακα GLP-1 δηλώνει ότι απέκτησε πρόσβαση σε αυτά όχι μέσω επαγγελματία υγείας, αλλά από προγράμματα διαχείρισης βάρους, διαδικτυακές ή άλλες άτυπες πηγές.
Πιο αναλυτικά, η έρευνα αναδεικνύει ότι όλο και συχνότερα οι καταναλωτές προσέρχονται σε δομές υγείας έχοντας ήδη διαμορφώσει άποψη για το ζήτημα που τους απασχολεί, επηρεασμένοι από ψηφιακές πηγές πληροφόρησης.
Το 70% των ερωτηθέντων παγκοσμίως δηλώνει ότι έχει ζητήσει ή θα εξέταζε το ενδεχόμενο να ζητήσει εξέταση, θεραπεία ή συνταγογράφηση με βάση πληροφορίες που έλαβε από μηχανές αναζήτησης.
O ΤΡΟΠΟΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ GLP-1
Επιπλέον, παρότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων που χρησιμοποιούν φάρμακα GLP-1, τα οποία συνδέονται κυρίως με τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 και την απώλεια βάρους, έλαβε τη σχετική συνταγή από επαγγελματία υγείας (58%), σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι απέκτησε πρόσβαση σε αυτά μέσω άλλων καναλιών. Συγκεκριμένα, το 23% αναφέρει ότι απέκτησε πρόσβαση μέσω προγραμμάτων διαχείρισης βάρους, το 20% μέσω διαδικτυακών πηγών, ενώ ένα ακόμη 20% αναφέρει άλλες άτυπες πηγές, όπως η οικογένεια ή οι φίλοι.
Οι ερωτηθέντες που λαμβάνουν φάρμακα GLP-1 εμφανίζονται επίσης πιο ενεργοί ψηφιακά. Σύμφωνα με την έρευνα, είναι σημαντικά πιθανότερο να βασίζονται στην Τεχνητή Νοημοσύνη για πληροφορίες υγείας, σε ποσοστό 60%, έναντι 37% όσων δε χρησιμοποιούν GLP-1, καθώς και να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τέτοιου είδους πληροφόρηση (37%, έναντι 20%).
Σημαντικές είναι και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των γενεών. Οι ερωτηθέντες της Gen Z και της Gen Y που χρησιμοποιούν GLP-1 είναι πιθανότερο να αποκτήσουν πρόσβαση σε τέτοια φάρμακα μέσω διαδικτυακών παρόχων, σε σύγκριση με τους ερωτηθέντες της Gen X και τους baby boomers (27%, έναντι 10%) ή μέσω άτυπων πηγών (26%, έναντι 9%).
Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ
Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση, η άνοδος της ψηφιακής πληροφόρησης για θέματα υγείας και η πρόσβαση σε θεραπείες μέσω μη παραδοσιακών καναλιών καθιστούν πιο ορατούς τους κινδύνους που συνδέονται με την ανεπαρκή καθοδήγηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι ερωτηθέντες που χρησιμοποιούν φάρμακα GLP-1 είναι σχεδόν δύο φορές πιθανότερο να αναφέρουν αρνητικά αποτελέσματα, αφότου ενήργησαν με βάση πληροφορίες υγείας που έλαβαν από εργαλεία A.I., σε σύγκριση με όσους δε χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα φάρμακα (43%, έναντι 23%).
Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 63% για όσους απέκτησαν πρόσβαση σε φάρμακα GLP-1 μέσω άτυπων πηγών, έναντι 38% μεταξύ όσων τα έλαβαν μέσω επαγγελματία υγείας.
ΠΗΓΗ eleftheria.gr
