Μετά το ρεζιλίκι της «ανάθεσης» κατασκευής του Great Sea Interconnector σε γαλλικά χέρια, στον όμιλο Meridiam, που όμως διατηρεί ισχυρά επενδυτικά συμφέροντα στην Τουρκία, και την εξαγγελία των δύο τουρκικών θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο, η περίοδος σχετικής ηρεμίας που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Αθηνών, τον Δεκέμβριο του 2023, φαίνεται πλέον πως δοκιμάζεται πιο έντονα από ποτέ.
- Από τον Νικ. Σταυρουλάκι
Η επιστροφή σε κανόνες αντιπαράθεσης είναι εμφανής, με μονομερείς τουρκικές ενέργειες, νομικές και συμβολικές διεκδικήσεις μέσω περιβαλλοντικών ή άλλων εργαλείων, και σταδιακή επανέναρξη πρακτικών που θυμίζουν τις εντάσεις των προηγούμενων δεκαετιών. Το καλοκαίρι του 2026 σηματοδοτεί σαφή στροφή, με την Τουρκία να προχωρεί σε κινήσεις που αμφισβητούν έμπρακτα το κλίμα αποκλιμάκωσης και την Ελλάδα να απαντά με δηλώσεις αποφασιστικότητας και αμυντικές αναδιατάξεις.
Στις 15 Αυγούστου 2026, με Προεδρικά Διατάγματα που δημοσιεύθηκαν στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η Αγκυρα ανακήρυξε δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα». Το πρώτο εκτείνεται στο βορειοανατολικό Αιγαίο, δυτικά της Ιμβρου και της Τενέδου, εισχωρώντας στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης. Το δεύτερο βρίσκεται στην ανατολική Μεσόγειο, στην περιοχή Φετιγιέ-Κας, και αναπτύσσεται γύρω από το σύμπλεγμα του Καστελόριζου. Η ελληνική πλευρά αντέδρασε άμεσα και κατηγορηματικά.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε τις ενέργειες παράνομες και χωρίς κανένα έννομο αποτέλεσμα, υπογραμμίζοντας ότι εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων σε διεθνή ύδατα και σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, κανένα κράτος δεν έχει δικαίωμα να εγκαθιδρύει μονομερώς προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές εκτός της εθνικής του δικαιοδοσίας.
Η Αθήνα υπενθύμισε ότι τα δικά της εθνικά θαλάσσια πάρκα στο Ιόνιο και το Αιγαίο θεσπίστηκαν αποκλειστικά εντός ελληνικών χωρικών υδάτων και σε πλήρη συμμόρφωση με το Διεθνές Δίκαιο. Ξέχασε βέβαια η Αθήνα ότι η δική της πρώτη εξαγγελία θαλάσσιων πάρκων ήταν εκτός των ελληνικών Εθνικών Χωρικών Υδάτων (ΕΧΥ), συνθήκη την οποία τώρα υφίσταται από την Τουρκία.

Tουρκικη απαντηση
Ασφαλώς η τουρκική κίνηση αποτελεί απάντηση στις ελληνικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες και συνιστά προσπάθεια μεταφοράς των πάγιων διεκδικήσεων της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε νέο πλαίσιο. Υπό το περίβλημα της περιβαλλοντικής προστασίας, η Αγκυρα επαναφέρει στο προσκήνιο τις θέσεις της για μειωμένη επήρεια των ελληνικών νησιών και για αμφισβήτηση οριοθετήσεων. Η χρονική συγκυρία -αμέσως μετά τον Δεκαπενταύγουστο- και η γεωγραφική στόχευση σε περιοχές υψηλού συμβολισμού ενισχύουν την αντίληψη ότι πρόκειται για συνειδητή επιλογή κλιμάκωσης.
Παράλληλα με τις νομικές και συμβολικές αυτές ενέργειες, παρατηρείται και η επιστροφή σε πρακτικές που είχαν μειωθεί αισθητά τα προηγούμενα χρόνια. Οι παραβάσεις και παραβιάσεις στο Αιγαίο, οι εικονικές αερομαχίες και οι υπερπτήσεις έχουν αρχίσει και πάλι να καταγράφονται με αυξημένη συχνότητα. Από τα τέλη του 2025 έως τον Αύγουστο του 2026 έχουν σημειωθεί δεκάδες περιστατικά, συμπεριλαμβανομένης και υπέρπτησης άνωθεν ελληνικού νησιού στα τέλη Ιουλίου. Η μείωση των παραβιάσεων που είχε καταγραφεί μετά το 2023 φαίνεται να αντιστρέφεται σταδιακά, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η Τουρκία επανέρχεται σε γνώριμα εργαλεία πίεσης.
Η ελληνική απάντηση στο τουρκικό αναθεωρητικό πλαίσιο ήρθε σε επίπεδο ρητορικής και ορισμένων πρακτικών κινήσεων. Το μήνυμα «αγρυπνούμε, αλλά δεν ανησυχούμε» του ΥΠΕΞ Γ. Γεραπετρίτη ακούγεται «ηρωικό» εκ του ασφαλούς. Σε συνεντεύξεις του ο Γ. Γεραπετρίτης ανέφερε ότι η Ελλάδα διαθέτει την ισχύ να επιβάλλει τα εθνικά της συμφέροντα σε οποιοδήποτε πεδίο, ξεχνώντας το ρεζίλεμα με την αναδίπλωση της χώρας στην περίπτωση της Κάσου.
Η Αθήνα χαρακτήρισε τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα «παράνομα», με την υποσημείωση ότι οποιαδήποτε απόπειρα προσβολής των κυριαρχικών δικαιωμάτων θα αντιμετωπιστεί με κάθε πρόσφορο μέσο. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά διαμηνύει ότι, αν χρειαστεί, θα υπάρξουν συμπληρωματικές φρεγάτες (υπογράφονται οσονούπω οι αρχικές συμβάσεις με την Ιταλία για τις φρεγάτες FREMM) και αναβαθμισμένα F-16, ενώ από το 2027 θα προστεθούν και τα F-35. Ο Γ. Γεραπετρίτης υπερασπίζεται τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, διευκρινίζοντας ότι ο διάλογος δεν σημαίνει υποχώρηση από τις εθνικές θέσεις.
Σε διπλωματικό επίπεδο, η Ελλάδα έχει ήδη ενημερώσει επίσημα τις ευρωπαϊκές Αρχές και θα προχωρήσει σε διαβήματα στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων για το θέμα των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων. Στο αμυντικό πεδίο, η αναδιάταξη που έλαβε χώρα πριν από μία εβδομάδα (23/8), με την πυροβολαρχία Patriot που είχε αναπτυχθεί στην Κάρπαθο από τον Μάρτιο του 2026 να μεταφέρεται στη Σούδα, γεννά πλείστα ερωτήματα, καθώς ήταν επιθυμία του Τ. Ερντογάν να μην παραμείνει στην Κάρπαθο. Η αρχική της τοποθέτηση εκεί προέκυψε ως προστασία της Κύπρου από ιρανικές απειλές.
Τώρα μεταφέρθηκε για προστασία των αμερικανικών υποδομών στη Σούδα. Η κίνηση αποσκοπεί στην ενίσχυση της αεράμυνας της στρατηγικής αμερικανικής βάσης, εν μέσω αυξημένων ανησυχιών για πιθανές ιρανικές απειλές κατά συμμαχικών στόχων στην Αν. Μεσόγειο, αφήνοντας έκθετη την Κύπρο και το Αιγαίο. Να σημειωθεί ότι οι αποστάσεις για προστασία της Κύπρου δεν δικαιολογούν τη μετακίνηση. Οι αποστάσεις σε ευθεία γραμμή (great-circle – αεροπορική απόσταση) σύμφωνα με το airmilescalculator είναι Κάρπαθος – Πάφος περίπου 492-493 χιλιόμετρα, Σούδα (Χανιά) – Πάφος περίπου 763-765 χιλιόμετρα.
Νέες παραβιάσεις
Τα στοιχεία συνθέτουν εικόνα σταδιακής απομάκρυνσης από την περίοδο των «ήρεμων νερών». Η Διακήρυξη των Αθηνών είχε δημιουργήσει ένα πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων και μείωσης των εντάσεων, επιτρέποντας στην Ελλάδα να προχωρήσει σε αμυντικούς εξοπλισμούς, οικονομική ανάκαμψη και διπλωματικές πρωτοβουλίες.
Ωστόσο, οι πρόσφατες τουρκικές κινήσεις -θαλάσσια πάρκα, επανέναρξη παραβιάσεων στο Αιγαίο, παρεμπόδιση ερευνών για τον Great Sea Interconnector- δείχνουν ότι η Αγκυρα επιδιώκει να επαναφέρει την ατζέντα των διεκδικήσεων στο προσκήνιο. Η επιστροφή στην ένταση δεν σημαίνει άμεση κρίση, αλλά κρίση «δοθείσης της ευκαιρίας». Σημαίνει ότι το πλαίσιο της σχετικής ηρεμίας έχει φθαρεί και ότι η αντιπαλότητα κυριαρχεί.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διαχείριση των εντάσεων στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο απαιτεί ισορροπία μεταξύ αποφασιστικότητας και κλιμάκωσης. Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών, ιδιαίτερα γύρω από τις έρευνες για το ηλεκτρικό καλώδιο διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου και την περαιτέρω εφαρμογή των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων, θα καταδείξει αν η αντιπαράθεση παραμείνει σε επίπεδο ρητορικής και συμβολικών κινήσεων ή αν θα περάσει σε πιο επικίνδυνα πεδία.
