Οκτώ χρόνια μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, το νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο βρισκόταν σε απόλυτοο θεσμικό και οικονομικό τέλμα. Η απολυταρχική διακυβέρνηση της βαυαροκρατίας, σε συνδυασμό με την αδυναμία αποπληρωμής του υπέρογκου δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων του 1833, είχε οδηγήσει τη χώρα στα πρόθυρα δημοσιονομικής κατάρρευσης.
Για να διατηρήσει τη δημοσιονομική ισορροπία, το παλάτι επέβαλε ασφυκτικά μέτρα λιτότητας, οριζόντιες περικοπές μισθών, αθρόες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, ανάκληση των διπλωματικών αποστολών και συμβολική μείωση της βασιλικής χορηγίας. Την ίδια ώρα, η πρωτεύουσα Αθήνα μαστιζόταν από την οργιάζουσα τοκογλυφία και την ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων, ενώ κάθε τοπική εστία αμφισβήτησης κατεστέλλετο βίαια από τον κυβερνητικό στρατό.
Το 1840 ο Ιωάννης Μακρυγιάννης ανέλαβε την πρωτοβουλία να συγκροτήσει μια μυστική οργάνωση με αντικειμενικό σκοπό την επιβολή Συντάγματος. Το κίνημα πλαισιώθηκε ταχέως από παραγκωνισμένους οπλαρχηγούς του ’21, όπως ο Θεόδωρος Γρίβας, ο Μήτρος Δεληγεώργης και ο Νικόλαος Κριεζώτης, οι οποίοι ορκίστηκαν πίστη στην πατρίδα και την ορθοδοξία.
Συνειδητοποιώντας πως η ανατροπή του απολυταρχισμού απαιτούσε ευρύτερες συμμαχίες, ο Μακρυγιάννης διεύρυνε τη δικτύωση του κινήματος στους πολιτικούς κύκλους. Προσήλκυσε τον ηγέτη του Ρωσικού κόμματος, Ανδρέα Μεταξά, και στη συνέχεια τον επικεφαλής του Αγγλικού κόμματος, Ανδρέα Λόντο. Η προσχώρησή τους λειτούργησε ως καταλύτης για τη μύηση προεξαρχουσών προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής, μεταξύ των οποίων ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο Ρήγας Παλαμήδης, ο Χρύσανθος Σισίνης και ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος.
Ο καθοριστικός κρίκος για την επιτυχία του εγχειρήματος υπήρξε ο στρατός. Η οργάνωση πέτυχε τη μετάθεση και τον διορισμό του συνταγματάρχη Δημητρίου Καλλέργη στη θέση του στρατιωτικού διοικητή της Αθήνας. Ο Καλλέργης ανέλαβε τη συσπείρωση των στρατιωτικών στελεχών, μυώντας, μεταξύ άλλων, τον Σπυρομήλιο. Παράλληλα, συγκροτήθηκε μια τριμελής συντονιστική επιτροπή αποτελούμενη από τους Μεταξά, Μακρυγιάννη και Καλλέργη η οποία εκπροσωπούσε οργανικά τις τρεις συνιστώσες της επανάστασης, τον πολιτικό κόσμο, τη λαϊκή βάση και το στράτευμα.
Αν και ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την εκδήλωση του κινήματος τη συμβολική ημερομηνία της 25ης Μαρτίου 1844, η διαρροή του μυστικού επέβαλε την ακαριαία επιτάχυνση των εξελίξεων. Τη νύχτα της 2ης προς 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η χωροφυλακή εντόπισε ύποπτες μετακινήσεις και περικύκλωσε την οικία του Μακρυγιάννη. Ενεργώντας με ταχύτητα, ο Καλλέργης μετέβη στους στρατώνες και ξεσήκωσε το στράτευμα υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα».
Αμέσως διέθεσε δυνάμεις για τη λύση της πολιορκίας του οίκου του Μακρυγιάννη, την αποφυλάκιση των κρατουμένων στο Μεντρεσέ και την κατάληψη επίκαιρων δημοσίων υποδομών (Εθνική Τράπεζα, Νομισματοκοπείο, Δημόσιο Ταμείο, Υπουργεία). Ο ίδιος επικεφαλής δύναμης 2.000 στρατιωτών κατευθύνθηκε προς τα ανάκτορα, όπου γρήγορα ενώθηκε με το εξεγερμένο πλήθος των Αθηναίων.
Οι προσπάθειες του Όθωνα να ελέγξει την κατάσταση απέτυχαν πλήρως. Ο υπασπιστής του Γαρδικιώτης Γρίβας και ο υπουργός Στρατιωτικών Αλεξάκης Βλαχόπουλος συνελήφθησαν αμέσως μόλις επιχειρήσαν να διαπραγματευτούν, ενώ το πυροβολικό, υπό την καθοδήγηση του Σχινά, αρνήθηκε να εκτελέσει τις βασιλικές διαταγές και τάχθηκε με το μέρος των επαναστατών.
Στις 3 το πρωί, τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας (συμπεριλαμβανομένων των Μεταξά, Λόντου, Ζωγράφου και Τσωρτς) συνεδρίασαν και επικύρωσαν επίσημα τις επαναστατικές πράξεις. Το Συμβούλιο αναγνώρισε το κίνημα, αποφάσισε τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης και όρισε επιτροπή για την υποβολή των αιτημάτων στον βασιλιά. Παράλληλα, σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά, με τη συμμετοχή κορυφαίων στελεχών και των τριών κομμάτων (Λόντος στο Στρατιωτικών, Κανάρης στο Ναυτικών, Μελάς στο Δικαιοσύνης, Σχινάς στο Παιδείας, Μανσόλας στο Οικονομικών και Παλαμήδης στο Εσωτερικών).
Η λαϊκή και στρατιωτική κινητοποίηση έληξε ειρηνικά στις 3 το μεσημέρι της 3ης Σεπτεμβρίου, όταν έγινε γνωστή η πλήρης αποδοχή των αιτημάτων από τον Όθωνα. Με βασιλικά διατάγματα, η 3η Σεπτεμβρίου ανακηρύχθηκε εθνική εορτή, ενώ στον Δημήτριο Καλλέργη απονεμήθηκε παράσημο για τον καθοδηγητικό του ρόλο.
Οι επακόλουθες εκλογές του Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 1843 οδήγησαν στη συγκρότηση της Α’ εν Αθήναις Εθνικής Συνέλευσης. Οι πληρεξούσιοι συνέταξαν το θεμελιώδες Πολίτευμα της χώρας, το οποίο προσυπέγραψε ο Όθωνας, εγκαινιάζοντας την περίοδο της Συνταγματικής Μοναρχίας. Σε αναμνηση της ιστορικής αυτής καμπής, η πλατεία των ανακτόρων μετονομάστηκε οριστικά σε Πλατεία Συντάγματος.
*Είχαν προηγηθεί τα Επαναστατικά Συντάγματα του Αγώνα, στην Επίδαυρο, στο Άστρος και στη Τροιζήνα