Ο Αστέριος Πελτέκης βρίσκεται σε μία από τις πιο δημιουργικές και απαιτητικές περιόδους της πορείας του. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος και από το 2022 καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος επιχειρεί να συνδυάσει την καλλιτεχνική δημιουργία με το δύσκολο στοίχημα της διοίκησης ενός μεγάλου δημόσιου θεατρικού οργανισμού.
- Συνέντευξη στη Γιώτα Βαζούρα
Στη μέχρι σήμερα θητεία του η εξωστρέφεια, οι διεθνείς συνεργασίες, η συμπερίληψη, η εκπαίδευση και η διεύρυνση του κοινού έχουν βρεθεί στο επίκεντρο μιας στρατηγικής που ο ίδιος συμπύκνωσε στο σύνθημα «θέατρο ξανά, μαζί, παντού».
Το καλοκαίρι του 2026 τον βρήκε να υπογράφει τη σκηνοθεσία της «Λυσιστράτης» του Αριστοφάνη, προσεγγίζοντας το έργο μέσα από την έννοια της «εντροπίας» και αναζητώντας, πίσω από το γέλιο, τα διαχρονικά ερωτήματα του πολέμου, της εξουσίας, της ισότητας και της συλλογικής ευθύνης. Μετά την καλοκαιρινή της διαδρομή και στη «στάση» της στο αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (21 και 22 Αυγούστου) η παράσταση επιστρέφει στην Αττική για ακόμα τρεις βραδιές: στις 9 Σεπτεμβρίου στο θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», στις 11 Σεπτεμβρίου στο Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου και στις 13 Σεπτεμβρίου στο Βεάκειο Θέατρο Πειραιά.
Την ίδια στιγμή το ΚΘΒΕ διευρύνει τη διεθνή του παρουσία και προετοιμάζει ήδη τον επόμενο καλλιτεχνικό του κύκλο, με έμφαση στο νεοελληνικό έργο, στις νέες καλλιτεχνικές δυνάμεις, στις διεθνείς συνεργασίες και σε ένα θέατρο που φιλοδοξεί να απευθύνεται πραγματικά σε όλους. Με αφορμή τη μέχρι τώρα παρουσία του στο ΚΘΒΕ και λίγο πριν από την παρουσίαση του νέου καλλιτεχνικού προγράμματος για την περίοδο 2026-2027, ο κ. Πελτέκης μιλά στο «ENJOY» για τη «Λυσιστράτη» και την Επίδαυρο, κάνει τον απολογισμό της μέχρι τώρα θητείας του, εξηγεί τι σημαίνει σήμερα δημόσιο θέατρο και αποκαλύπτει τη φιλοσοφία με την οποία σχεδιάζει την επόμενη ημέρα.
Η «Λυσιστράτη» ήταν η φετινή μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή του ΚΘΒΕ και η συμμετοχή του θεάτρου στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Τι σας οδήγησε στην επιλογή αυτού του έργου τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;
Καταρχάς, διότι, δυστυχώς, τα βασικά θέματα τα οποία απασχολούν τη δραματουργία του συγκεκριμένου έργου συνεχίζουν να απασχολούν ουσιαστικά τη σύγχρονη κοινωνία. Τόσο το θέμα του πολέμου όσο και το θέμα της ισότητας και της αντιμετώπισης του γυναικείου φύλου συνεχίζουν να μας απασχολούν μέχρι σήμερα.
Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο η ποιητική του Αριστοφάνη και η δραματουργική του ευφυΐα μάς προβληματίζουν με όχημα το χιούμορ, αποτελώντας διέξοδο, ιδιαιτέρως κατά τις περιόδους οι οποίες διακρίνονται για τις δύσκολες κοινωνικές συγκυρίες, όπως συμβαίνει στην περίοδο που διανύουμε, με τον πόλεμο, το πατριαρχικό «power game» για την εξουσία και τις γυναικοκτονίες να αποτελούν μείζονα ζητήματα της καθημερινότητάς μας. Τέλος, η συνεργασία μου με την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, η οποία, κατά την κρίση μου, αποτελεί ιδανική επιλογή για το συγκεκριμένο εγχείρημα.
Στο σκηνοθετικό σας σημείωμα χρησιμοποιείτε τον όρο «εντροπία». Πώς γεννήθηκε αυτή η ανάγνωση της «Λυσιστράτης» και γιατί θεωρείτε ότι αφορά τόσο έντονα τη σημερινή εποχή;
Η έννοια της εντροπίας -υπό το κοινωνικό της πρίσμα- αφορά μια αέναη και σχεδόν ατέρμονη «θερμοδυναμική» συνθήκη, στην οποία μάς οδηγεί αναπόφευκτα η ανάγκη για εξέλιξη. Η συνειδητοποίηση της στασιμότητας, η οποία τείνει να οδηγήσει σε τέλμα, ενεργοποιεί μια δυναμική ανατροπής, μια κοινωνική έκρηξη, μεγαλύτερη ή μικρότερη, η οποία θα οδηγήσει στην επόμενη μέρα, στην επόμενη τάξη πραγμάτων, όταν η φλόγα της αντίδρασης και της όποιου είδους «επανάστασης» -διανοητικής, κοινωνικής, πολιτικής ή τεχνολογικής – θα έχει σβήσει, μέχρι να έρθει η σειρά της επόμενης…
Πώς μπορεί μια κωμωδία που γράφτηκε πριν από σχεδόν 2.500 χρόνια να συνομιλεί τόσο άμεσα με τη σύγχρονη κοινωνία;
Για όλους τους παραπάνω λόγους, αφενός, και, αφετέρου, λόγω της πεπερασμένης, εκ μέρους μας, αντίληψης του χρόνου. Τα 2.500 χρόνια δεν αποτελούν ένα σημαντικό χρονικό διάστημα στην πορεία της εξέλιξης, έτσι όπως, τουλάχιστον, μπορούμε να την κατανοήσουμε.
Αν ο Αριστοφάνης έγραφε σήμερα τη «Λυσιστράτη», ποιο πιστεύετε ότι θα ήταν το μεγαλύτερο «κατηγορώ» του απέναντι στη σύγχρονη κοινωνία;
Δεν ξέρω αν θα είχε κάποιο «κατηγορώ» συγκεκριμένα. Πάντως, φαντάζομαι ότι θα σχολίαζε με τον δικό του μοναδικό και καυστικό τρόπο το γεγονός ότι μέχρι τώρα δεν έχουμε καταφέρει να κάνουμε κάποια σημαντικά βήματα προς επίλυση των βασικών ζητημάτων της δικής του δραματουργίας, αφήνοντάς τα να παραμένουν επίκαιρα.
Κάθε παράσταση στην Επίδαυρο μοιάζει να συνομιλεί ταυτόχρονα με το παρελθόν και το παρόν. Πώς βρίσκει κανείς την ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό της παράδοσης και στην ανάγκη για μια νέα, προσωπική ματιά;
Μέσα από την προσπάθεια να σεβαστεί τη βάση της δραματουργίας του ίδιου του δημιουργού, αφενός, και μέσα από την αποφυγή εκπτώσεων προς όφελος της επικαιρότητας, χωρίς συγκεκριμένη «σκηνική επιχειρηματολογία», αφετέρου. Με όλη την υποκειμενικότητα που μπορεί, φυσικά, να υφίσταται στην προρρηθείσα αντιμετώπιση και η οποία κρίνεται εκ του αποτελέσματος, μέσω της επίσης υποκειμενικής κρίσης των θεατών και κάθε ενδιαφερομένου.
Πέρυσι παρουσιάσατε τη νέα θεατρική περίοδο με το σύνθημα «θέατρο ξανά, μαζί, παντού», το οποίο περιγράψατε ως συμπύκνωση της πολιτιστικής στρατηγικής του ΚΘΒΕ. Εναν χρόνο μετά αισθάνεστε ότι αυτό το όραμα επιβεβαιώθηκε στην πράξη;
Αν και ποτέ δεν είναι «αρκετό», θεωρώ πως σε μεγάλο βαθμό ευοδώθηκε η πρόθεση και αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τις διεθνείς παραγωγές και συμπαραγωγές, την εξωστρέφεια των παραγωγών και των δράσεων του θεάτρου, την ανάληψη ηγετικού ρόλου και τη σύσταση Διαβαλκανικού Δικτύου Παραστατικών Τεχνών με έδρα τη Θεσσαλονίκη, τις περιοδείες σε όλη την επικράτεια και τη συμμετοχή στα μεγάλα φεστιβάλ, τη δημιουργία δράσεων και παραγωγών για όλους και σε όλους τους πιθανούς ή και «απίθανους» χώρους, τη συμπερίληψη στα εργαστήρια, την εκπαίδευση και την πρόσληψη των δράσεων του θεάτρου μας, με οδηγό να μην ξεχνάμε πώς είναι το δικό σας θέατρο.
Αν έπρεπε σήμερα να προσθέσετε μια τέταρτη λέξη δίπλα στο «ξανά, μαζί, παντού», ποια θα ήταν και γιατί;
Ολοι. Γιατί ο στόχος είναι να είμαστε όλοι ξανά μαζί και παντού, κοινωνοί μιας σύγχρονης, συμπεριληπτικής και εξωστρεφούς πολιτιστικής πολιτικής, με πρόταγμα τη «βαριά μας βιομηχανία» και κοινή μας κληρονομιά, τον πολιτισμό.
Βρίσκεστε πλέον μπροστά σε έναν νέο καλλιτεχνικό κύκλο. Ποιες είναι οι σκέψεις που σας απασχολούν περισσότερο καθώς σχεδιάζετε τα επόμενα βήματα του ΚΘΒΕ;
Τα επόμενα βήματα μέχρι και το τέλος του 2027 έχουν ήδη δρομολογηθεί και προγραμματιστεί, αφήνοντας, όπως πάντα, κάποια μικρά κενά, τα οποία θα μπορέσουν να συμπληρωθούν βάσει των κοινωνικών ή άλλων συνθηκών, καθιστώντας περισσότερο ουσιαστικό, επίκαιρο και ολοκληρωμένο τον καλλιτεχνικό σχεδιασμό, προβλέποντας μεν αλλά και ενσωματώνοντας όλα όσα δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν. Με απασχολεί επίσης η κάλυψη μιας «βεντάλιας» δραματουργικών επιλογών, οι οποίες θα καλύπτουν κάθε κατηγορία κοινού, καθώς και η περαιτέρω διεύρυνση της εξωστρέφειας και των διεθνών συνεργασιών.
Χωρίς να αποκαλύψετε τον νέο προγραμματισμό, ποιο θα λέγατε ότι είναι το βασικό του στίγμα;
Ο άξονας μετά την πρώτη τριετία του «νόστου» εξακολουθεί να παραμένει η «εντροπία», καθώς και η ανάδειξη του νεοελληνικού έργου και των νέων καλλιτεχνικών δυνάμεων σε όλους τους τομείς της θεατρικής πράξης, σε συνδυασμό με την παρουσίαση σπουδαίων λογοτεχνικών κειμένων της παγκόσμιας και εγχώριας λογοτεχνίας, καθώς και της διεθνούς κλασικής και σύγχρονης δραματουργίας.
Υπάρχουν τομείς που θα θέλατε να ενισχύσετε ακόμα περισσότερο; Οι διεθνείς συνεργασίες, η νέα ελληνική δραματουργία, οι εκπαιδευτικές δράσεις ή η προσέγγιση νέου κοινού;
Σε ό,τι αφορά τις διεθνείς συνεργασίες και τη νέα ελληνική δραματουργία, τοποθετήθηκα ήδη στην προηγούμενη ερώτησή σας. Σε ό,τι αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, οι δράσεις μας, με την πραγματοποίηση συμπεριληπτικών εργαστηρίων για όλες τις ηλικίες και ομάδες, μεταξύ των οποίων και μεικτά εργαστήρια με τη συμμετοχή ΑμεΑ, εξελίσσονται και αγκαλιάζονται όλο και περισσότερο από τους πολίτες της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης και της βόρειας Ελλάδας.
Επίσης, η εν εξελίξει δημιουργία του Τμήματος Δραματικής Τέχνης του ΚΘΒΕ, της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (ΑΣΠΤ), σε συνδυασμό με τη λειτουργία της Ανώτερης Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ, η οποία θα συνεχίσει να λειτουργεί παράλληλα έως και το 2029-30, καθιστά σαφή την ουσιαστική θέση που κατέχει η εκπαίδευση στη δραστηριότητα του φορέα.
Τέλος, η προσέλκυση νέου κοινού αποτελεί συνεχή στόχο, με τις κάθε είδους προσπάθειες για το εν λόγω ζήτημα να εμπλουτίζονται και να διερευνώνται επισταμένως με κάθε πρόσφορο μέσο.
Βρίσκεστε πλέον αρκετά χρόνια στο τιμόνι του ΚΘΒΕ. Με ποιο όραμα αναλάβατε το ΚΘΒΕ και πόσο κοντά αισθάνεστε ότι βρίσκεστε στην υλοποίησή του;
Είχα ξεκινήσει με «22 στόχους για το ΚΘΒΕ του ’22», τους οποίους περιέγραφα στην εισήγησή μου για τη διεκδίκηση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του ΚΘΒΕ. Εχω τη χαρά να μπορώ να πω ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών, έστω και αν όχι όλοι σε ποσοστό εκατό τοις εκατό, ευοδώθηκε, ενώ ο αριθμός 22 έχει ήδη ξεπεραστεί κατά πολύ και συνεχίζουμε…
Είστε ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος και καλλιτεχνικός διευθυντής. Ποιος από αυτούς τους ρόλους σάς δυσκολεύει περισσότερο και ποιος σας γεμίζει περισσότερο;
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ούτε να διαχωρίσω τους ρόλους αυτούς μεταξύ τους. Πάντα προσπαθώ να έχω μια ολιστική προσέγγιση στην τέχνη με την οποία αποφάσισα να ασχοληθώ και με απασχολούν εξίσου όλοι οι τομείς της. Μου αρέσει να βλέπω το δάσος και όχι μόνο το δέντρο, και το δάσος της τέχνης μας με γεμίζει στην ολότητά του.
Το θέατρο μπορεί ακόμη να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε ή η αποστολή του σήμερα είναι διαφορετική;
Το θέατρο πάντα μπορούσε, μπορεί και θα μπορεί, πιστεύω, να μας δίνει τα ερεθίσματα για να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Επαφίεται στη δική μας διάθεση και θέληση, καθώς και στη συνολική μας παιδεία, και δεν εννοώ μόνο σε επίπεδο μόρφωσης και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, το πόσο «ανοιχτοί» θα σταθούμε ώστε να εισπράξουμε τα ερεθίσματα αυτά. Η τέχνη του θεάτρου είναι αμιγώς ουμανιστική και δεν θα μπορούσε ποτέ να αλλάξει κάτι χωρίς ο ίδιος ο άνθρωπος να το επιθυμεί.
Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπείτε ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον άνθρωπο που πρέπει καθημερινά να διοικήσει έναν μεγάλο οργανισμό;
Οπως είπα, δεν ξεχωρίζω τους ρόλους. Προσπαθώ να μην υιοθετώ τον ρόλο του καλλιτέχνη κατά περίσταση, αλλά να αντιμετωπίζω το σύνολο του έργου μου ως καλλιτεχνικό έργο και κατ’ επέκταση -ευφυολογώντας- να «διοικώ» και να διευθύνω με τέχνη.
Αν κάνατε σήμερα έναν απολογισμό της θητείας σας, ποια θεωρείτε τη σημαντικότερη κατάκτηση αυτών των χρόνων;
Νομίζω, κυρίως, η εξωστρέφεια και η δημιουργία τόσο του Διαβαλκανικού Δικτύου Παραστατικών Τεχνών, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όσο και μιας βάσης συνεργασιών σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο. Βέβαια, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη συμβολή του ΚΘΒΕ στη δημιουργία της ΑΣΠΤ, καθώς και στα συμπεριληπτικά μας εργαστήρια με τη συμμετοχή ΑμεΑ.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για ένα δημόσιο θέατρο στη σημερινή Ελλάδα;
Να ακολουθήσει τις ραγδαίες εξελίξεις της εποχής, συναγωνιζόμενο τη συνεχώς αυξανόμενη -σε ποσότητα και ποιότητα- ιδιωτική πρωτοβουλία, κρατώντας ταυτόχρονα τον δημόσιο χαρακτήρα του και να μην ξεφύγει από ορισμένες κόκκινες γραμμές που ο ρόλος του υποδεικνύει. Να αποτελεί, δηλαδή, κατά το δυνατόν ένα θέατρο όλων και για όλους, που να καλλιεργεί την ποιότητα, την ενσυναίσθηση, τη συμπερίληψη και την καθολικότητα ενός λαϊκού φορέα πολιτισμού.
Ζούμε σε μια εποχή γεμάτη πολέμους, κοινωνικές εντάσεις και αβεβαιότητα. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος του θεάτρου μέσα σε αυτή τη συγκυρία;
Ο ρόλος του πολιτισμού ήταν, είναι και ευελπιστώ να είναι να ενώνει, και το θέατρο αποτελεί βασικό συστατικό του πολιτισμού, έτσι όπως συστήθηκε από τους προγόνους μας και απετέλεσε τη βάση του σύγχρονου ανεπτυγμένου -όπως συνηθίζουμε να τον αποκαλούμε- δυτικού κόσμου. Οπότε, ναι, πιστεύω ότι μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, όπου η συνεργασία, ο συναγωνισμός και η συνεννόηση θα υπερισχύουν του ανταγωνισμού και της «πολεμικής» διάθεσης.
Και κλείνοντας, όταν ολοκληρωθεί κάποτε η θητεία σας στο ΚΘΒΕ, ποιο θα θέλατε να είναι το πιο ουσιαστικό αποτύπωμα που θα έχετε αφήσει, όχι μόνο στον οργανισμό αλλά και στους ανθρώπους που τον υπηρέτησαν και τον αγάπησαν;
Ενα θέατρο με στέρεες βάσεις, με ποιότητα, ουσία, υγιές ανθρώπινο δυναμικό και αναβαθμισμένη υλικοτεχνική υποδομή, που θα έχει στόχο να αποτελεί ακόμα ένα λιθαράκι για μια καλύτερη κοινωνία και έναν καλύτερο κόσμο.
Το «θέατρο ξανά, μαζί, παντού» δεν έμοιαζε απλώς με σύνθημα, αλλά με μια δήλωση προθέσεων για το ΚΘΒΕ. Αν ο νέος καλλιτεχνικός κύκλος έπρεπε να συνοψιστεί επίσης σε τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Θέατρο για όλους.
INFO | «ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ»
Η μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή του ΚΘΒΕ, «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, παρουσιάζεται σε μετάφραση Κωνσταντίνου Μπούρα και σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία και απόδοση Αστέριου Πελτέκη. Στον ομώνυμο ρόλο πρωταγωνιστεί η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, μαζί με τους Κατερίνα Παπουτσάκη, Κρατερό Κατσούλη, Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, Παναγιώτη Πετράκη, Νίκο Γεωργάκη, Κώστα Σαντά, Γιάννη Χαρίση, Σοφία Καλεμκερίδου και ηθοποιούς του ΚΘΒΕ.
Μετά τη μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία της, η παράσταση συνεχίζει τον Σεπτέμβριο στην Αττική:
9 Σεπτεμβρίου, 21.00 – θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
11 Σεπτεμβρίου, 21.00 – Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου
13 Σεπτεμβρίου, 21.00 – Βεάκειο Θέατρο Πειραιά
17, 18 Σεπτεμβρίου – Θέατρο Δάσους (Φεστιβάλ Δάσους)
