Τρεις αρχηγοί. Τρεις σημαίες. Τρεις διαφορετικές ρητορικές. Και από κάτω, μια όλο και πιο γνώριμη πολιτική πραγματικότητα: η μεγάλη αντιπαράθεση συχνά αφορά περισσότερο το ποιος θα διαχειριστεί την ίδια ατζέντα παρά το ποια ατζέντα θα αλλάξει.
Μητσοτάκης, Τσίπρας και Ανδρουλάκης χρειάζονται ο ένας τον άλλον. Όχι μόνο ως πολιτικούς αντιπάλους, αλλά ως καθρέφτες της δικής τους πολιτικής ταυτότητας. Ο καθένας κατασκευάζει τον εαυτό του μέσα από την αντίθεση προς τους άλλους δύο. Ο ψηφοφόρος, όμως, καλείται να διακρίνει τεράστιες ιδεολογικές αποστάσεις εκεί όπου συχνά υπάρχουν κυρίως διαφορετικές αποχρώσεις στη διαχείριση.
Ο Μητσοτάκης εμφανίζεται ως ο εκσυγχρονιστής και εγγυητής της «σταθερότητας». Ο Τσίπρας ως η προοδευτική απάντηση στη Δεξιά. Ο Ανδρουλάκης ως ο εκπρόσωπος της σοσιαλδημοκρατικής εναλλακτικής. Κι όμως, κανείς δεν θέτει πραγματικά υπό αμφισβήτηση το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η χώρα.
Η αγορά παραμένει κυρίαρχη. Η ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική θεωρείται περίπου αδιαπραγμάτευτη. Η προσέλκυση επενδύσεων παρουσιάζεται ως σχεδόν αυτονόητη λύση. Το κράτος καλείται κυρίως να γίνει «αποτελεσματικότερο», όχι να επαναπροσδιορίσει ριζικά τις σχέσεις δύναμης και η κοινωνία καλείται, για ακόμη μία φορά, να προσαρμοστεί.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τεχνητή πόλωση: οι πολιτικοί τσακώνονται με πάθος για το ποιος θα οδηγήσει το αυτοκίνητο, ενώ πολύ λιγότερο συζητούν για το ποιος αποφάσισε τη διαδρομή.
Ο Τσίπρας είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η πολιτική του διαδρομή έδειξε πόσο εύκολα η «ρήξη» μπορεί να μετατραπεί σε διαχείριση και η αντισυστημική γλώσσα σε κυβερνητικό ρεαλισμό. Ο Μητσοτάκης, από την άλλη, μετέτρεψε την αποτελεσματικότητα σε κεντρικό πολιτικό αφήγημα, συχνά παρουσιάζοντας τις πολιτικές επιλογές ως τεχνική αναγκαιότητα. Και ο Ανδρουλάκης παλεύει να πείσει ότι υπάρχει τρίτος δρόμος, χωρίς πάντοτε να αποδεικνύει ότι υπάρχει και τρίτη πολιτική.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα: όχι ότι οι τρεις συμφωνούν σε όλα ασφαλώς και δεν συμφωνούν, αλλά ότι εκεί όπου θα περίμενε κανείς τη μεγάλη πολιτική σύγκρουση, συχνά συναντά τη συναίνεση. Και εκεί όπου υπάρχουν διαφορές, αυτές διογκώνονται επικοινωνιακά ώστε να παραχθεί η απαραίτητη εκλογική ένταση.
Η ψυχαναλυτική ανάγνωση γίνεται εδώ αμείλικτη: το πολιτικό σύστημα χρειάζεται να κατασκευάζει εχθρούς για να κρύψει τις συγγένειές του.
Ο Μητσοτάκης αρχικά χρειαζόταν τον «κίνδυνο Τσίπρα», στη συνέχεια είδε με τρόμο ότι μπροστά του υπάρχει ένας μη τεχνητός «κίνδυνος» ο Αντώνης Σαμαράς.
Ο Τσίπρας πάλι, χρειάστηκε τον «κίνδυνο Μητσοτάκη». Ενώ ο Ανδρουλάκης χρειάζεται και τους δύο για να αποδείξει ότι υπάρχει. Και οι τρεις, όμως, έχουν ανάγκη από το ίδιο πράγμα: να μη γίνει ο ψηφοφόρος τόσο απαιτητικός ώστε να ρωτήσει τι ακριβώς αλλάζει όταν αλλάζει η κυβέρνηση.
Και οι τρεις επενδύουν σε εκείνο που ο Φρόυντ αποκαλούσε «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών» που δημιουργεί ένα αίσθημα συναίνεσης και μια φανταστική ενότητα. Η αδυναμία των πολιτικών (Μητσοτάκη, Τσίπρα, Ανδρουλάκη το επαγγελματικό κλαμπ εξουσίας) έγκειται στην έλλειψη τους να ξεχωρίσουν τη Διαφορά από τις διαφορές. Και αυτό γιατί η πρώτη ενέχει την πολιτική έμπνευση και δημιουργία, ενώ οι διαφορές (που επικαλείται το τρίο Μητσοτάκης, Τσίπρας, Ανδρουλάκης, «οι διεκδικητές ένοικοι του Μαξίμου») είναι δοσμένες ως σκηνοθετημένες νόρμες, ως εξυπηρετήσεις συμφερόντων και ως συνήθειες πολιτικής διαχείρισης.
Εξάλλου έχει ξεκινήσει ένα σχέδιο ολοκλήρωσης. Εθνικές εκλογές λίγο πριν την ανάληψη της προεδρίας της χώρας μας (προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και μαζί μια πρόταση που έχει πέσει στο τραπέζι για συγκυβέρνηση εθνικού σκοπού των τριών κομμάτων ΝΔ, ΕΛ.ΑΣ, ΠΑΣΟΚ. Και βέβαια η πρόταση μάλλον έχει γίνει δεχτή. Ας σκεφτούμε ότι ο κ. Γιώργος Σιακαντάρης (συνεργάτης και σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα στερούμενος βέβαια θεσμικού ρόλου, αλλά προερχόμενος από το χώρο της ανανεωτικής αριστεράς ΕΛ.Α.Σ), έχει προτείνει ανοιχτά τη συνεργασία ή τη συγκυβέρνηση δυνάμεων, αυτό τα λέει όλα. Και μάλιστα έχει ανοίξει συζήτηση για κυβερνητικές συνεργασίες που ξεπερνούν τις παραδοσιακές κομματικές γραμμές, μιλώντας ανοιχτά χωρίς επιφυλακτικότητα για ανοιχτή προώθηση συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία.
Ίσως, τελικά, η πιο ανατρεπτική ερώτηση δεν είναι ποιος από τους τρεις θα κερδίσει, γιατί αναμένεται συνεργασία, είναι αν, όταν κάποιος από τους τρεις κέρδιζε, θα άλλαζε πραγματικά το παιχνίδι – ή απλά θα ήταν ένας άλλος διαχειριστής.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
