Ολο και λιγότερα Ελληνόπουλα γεννιούνται κάθε χρόνο στη χώρα μας, αφού από τη δεκαετία του 1950 έχουν επέλθει δραματικές αλλαγές στη γεννητικότητα, με τις γεννήσεις από 148.000 κατά μέσο όρο το 1979-1980 να περιορίζονται στις 67.000 το 2024-2025, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης των παιδιών αυξήθηκε κατά σχεδόν έξι έτη, περνώντας από τα 26,2 στα 32,2 έτη.
Η υποχώρηση αυτή αποτυπώνει ανάγλυφα τη βαθιά μετατόπιση που σημειώνεται στις οικογενειακές δομές και τη σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας. Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πληθυσμιακή συρρίκνωση, καθώς η υπογεννητικότητα σε συνδυασμό με τη ραγδαία γήρανση του πληθυσμού δημιουργούν μια εικόνα σταθερής διολίσθησης, η οποία επιταχύνθηκε επικίνδυνα τα τελευταία 15 χρόνια.
Τα στοιχεία της νέας έρευνας του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), την οποία υπογράφει ο διευθυντής του και αφυπηρετήσας καθηγητής Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Βύρωνας Κοτζαμάνης, αποτυπώνουν με ακρίβεια τις δομικές ανατροπές. Η πτώση της γεννητικότητας οφείλεται στην αλλαγή της διαγενεακής συμπεριφοράς, ενώ οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο 2 παιδιά, όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 καταγράφουν δείκτη γονιμότητας χαμηλότερο του 1,5. Ως αποτέλεσμα, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας κατέρρευσε από τα 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 σε μόλις 1.240 το 2024-2025.
Αύξηση θανάτων
Στο ίδιο διάστημα η ταυτόχρονη αύξηση των θανάτων μετέτρεψε το φυσικό ισοζύγιο της χώρας σε αρνητικό. Ενώ τη δεκαετία 1971-1980 οι γεννήσεις υπερείχαν των θανάτων κατά 638.000, τη δεκαετία 2011-2020 καταγράφηκαν 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις. Η τάση αυτή επιδεινώθηκε την πενταετία 2021-2025, όπου το αρνητικό ισοζύγιο έφτασε τις 290.000.
Ενδεικτική είναι η περίοδος 2009-2024. Μέσα σε 15 χρόνια οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 42%, υποχωρώντας από τις 117.440 στις 68.310. Στην κατάρρευση αυτή συνετέλεσε καθοριστικά η μείωση του πληθυσμού των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας (25-44 ετών) κατά 480.000 (-28%), φαινόμενο που αποδίδεται τόσο στη μείωση των γεννήσεων από το 1980 κι έπειτα όσο και στο αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο των νέων μετά το 2010.
Η δημογραφική αυτή εικόνα διαφέρει αισθητά από περιοχή σε περιοχή. Σε έξι ηπειρωτικούς νομούς (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η μείωση των γεννήσεων την τελευταία 15ετία ξεπέρασε το 50%. Αντίθετα, σε ορισμένα νησιά όπως οι Κυκλάδες και η Ζάκυνθος η υποχώρηση συγκρατήθηκε κάτω από το 15%.
Παράλληλα, η αναλογία θανάτων προς γεννήσεις άλλαξε ριζικά. Το 2009 αντιστοιχούσαν στη χώρα 92 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, ενώ το 2024 ο αριθμός αυτός διπλασιάστηκε, φτάνοντας τους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις. Σε δεκαεπτά ηπειρωτικούς νομούς καταγράφονται πλέον από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, την ώρα που μόνο τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις νομοί της Κρήτης διατηρούν θετικό ισοζύγιο.
Οι συνέπειες της υπογεννητικότητας έχουν ήδη περάσει την πόρτα των σχολείων. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, το σχολικό έτος 2014-2015 φοιτούσαν σε νηπιαγωγεία και δημοτικά 799.801 παιδιά, ενώ το 2023-2024 ο αριθμός αυτός υποχώρησε στους 729.859. Μέσα σε μόλις μία δεκαετία οι μαθητικές αίθουσες μέτρησαν σχεδόν 70.000 λιγότερα παιδιά… Η μείωση του νεανικού πληθυσμού και η δημογραφική γήρανση προδιαγράφουν μια νέα αναμενόμενη κάμψη των γεννήσεων την περίοδο 2045-2060, όταν θα εισέλθουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι λιγοστές γενιές της περιόδου 2010-2029, επιβεβαιώνοντας ότι το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί την ισχυρότερη δομική πρόκληση για το μέλλον της πατρίδας μας.
