Σαφείς αιχμές για την αδράνεια απέναντι στο συνεχιζόμενο ενεργειακό ράλι άφησε ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ), Γιάννης Τσουκαλάς. Παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση, στηλίτευσε την έλλειψη ουσιαστικών κυβερνητικών μέτρων από την πλευρά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, υπογραμμίζοντας πως το πρόβλημα των υψηλών τιμών απαιτεί στοχευμένες παρεμβάσεις.
Ο κ. Τσουκαλάς έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τον πληθωρισμό, ο οποίος τον Αύγουστο του 2026 σκαρφάλωσε στο 3,7%, ξεπερνώντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (3,2%). Η παρατεταμένη αυτή απόκλιση πλήττει ευθέως τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών. Παράλληλα, εκτίμησε ότι ο δείκτης δεν πρόκειται να πέσει κάτω από το 3,2% για το σύνολο του έτους, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να δούμε νέα αναζωπύρωση τιμών στα ράφια, παρά τη δειλή συγκράτηση των τελευταίων μηνών.
Περιορισμένος ο δημοσιονομικός χώρος
Μετά τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ, τα περιθώρια στα κρατικά ταμεία έχουν στενέψει. Αναφερόμενος στη συζήτηση περί ενεργοποίησης της ρήτρας διαφυγής στην Ευρώπη για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, ο επικεφαλής του ΓΠΚΒ ξεκαθάρισε ότι απαιτείται τεράστια προσοχή. Εάν τα κράτη-μέλη διατηρήσουν υψηλά ελλείμματα για μήνες κάνοντας χρήση της ρήτρας, η αξιοπιστία της Ευρώπης απέναντι στις αγορές μπορεί να υπονομευθεί σοβαρά.
Παρά τις διεθνείς πιέσεις και την εκτόξευση του κόστους δανεισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ελληνικοί τίτλοι δείχνουν σημαντικές αντοχές. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους και η αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ (κατά 0,25% τον Σεπτέμβριο) ταρακουνούν τις αγορές, όμως τα ελληνικά 10ετή δεν θυμίζουν την περίοδο της πανδημίας, όταν ήταν τα πιο ευάλωτα στην Ευρωζώνη.
Σήμερα, οι αποδόσεις τους κινούνται παράλληλα με εκείνες της Ιταλίας και της Πορτογαλίας. Σύμφωνα με την έκθεση: ««Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες, η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του δείγματος, περιόρισαν το πριμ αβεβαιότητας που απαιτούν οι επενδυτές».
Πάντως, προειδοποιείται πως όσο το χρέος περνά από τον επίσημο στα χέρια του ιδιωτικού τομέα, οι αγορές θα τιμολογούν πιο αυστηρά τις δημοσιονομικές αποφάσεις, καθιστώντας μονόδρομο τις μεταρρυθμίσεις. Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας ωστόσο έχει εδραιωθεί, με πρόσφατες αναβαθμίσεις προοπτικών από Morningstar DBRS, R&I και Moody’s, καθώς και την άνοδο της βαθμίδας από την Scope σε BBB+.
