Σε μια κομβική απόφαση για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών προχώρησαν οι υπουργοί Εσωτερικών των «27» της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη συνεδρίασή τους στο Λουξεμβούργο, εγκρίνοντας το τελικό νομοθετικό πλαίσιο για τις επιστροφές ατόμων που δεν δικαιούνται άσυλο. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή ηγεσία απέφυγε να αναλάβει το βάρος των κεντρικών διαπραγματεύσεων, μετακυλίοντας την ευθύνη εξεύρεσης λύσεων απευθείας στα επιμέρους κράτη-μέλη.
Με τον νέο κανονισμό, η ΕΕ επιτρέπει τη λειτουργία κέντρων επιστροφής (return hubs) εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων όπως σε αφρικανικές χώρες, όπου θα μεταφέρονται υπήκοοι τρίτων χωρών των οποίων οι αιτήσεις ασύλου έχουν απορριφθεί τελεσίδικα.
Παρά ταύτα, η ΕΕ επιλέγει τον ρόλο του «παρατηρητή» όσον αφορά τις διμερείς επαφές. Οι εθνικές κυβερνήσεις —συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής— καλούνται πλέον να βρουν η ίδια η κάθε μία τις τρίτες χώρες που θα δεχτούν να φιλοξενήσουν τέτοιες δομές και να διαπραγματευτούν αυτόνομα τις σχετικές συμφωνίες. Η εξέλιξη αυτή αφαιρεί από το εγχώριο πολιτικό σκηνικό το επιχείρημα ότι η Ευρώπη «απαγορεύει» τέτοιου είδος λύσεις, θέτοντας πλέον τους υπουργούς προ των δικών τους ευθυνών.
Βάσει του νέου κανονισμού, τα κράτη-μέλη θα μπορούν να δημιουργούν κέντρα επιστροφής σε τρίτες χώρες, εφόσον έχουν προηγουμένως συνάψει σχετική συμφωνία ή ρύθμιση με τη χώρα υποδοχής. Οι συμφωνίες αυτές οφείλουν να προβλέπουν τον σεβασμό των διεθνών κανόνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και της αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ οι ασυνόδευτοι ανήλιχοι εξαιρούνται ρητά από τη διαδικασία.

