Ψυχρολουσία από S&P για την οικονομία

Ο οίκος αξιολόγησης δεν την αναβάθμισε, καθώς δεν πείστηκε από την εικόνα που παρουσιάζει κυβέρνηση. Τα δύο «αγκάθια» που εντοπίζει

Ψυχρολουσία για τη χώρα μας αποτελεί η απόφαση του Standard & Poor’s να μην προχωρήσει   στην πολυαναμενόμενη αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Ο οίκος αξιολόγησης δεν πείστηκε από την εικόνα που παρουσιάζει κυβέρνηση για ανάπτυξη με διπλάσιο ρυθμό από την ευρωζώνη, μείωση του δημόσιου χρέους και υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα, καταρρίπτοντας το κυβερνητικό αφήγημα για μια οικονομία που «πετάει». Παράλληλα, προειδοποιεί ότι μια σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης. 

Ο αμερικανικός οίκος διατήρησε, λοιπόν, την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές, αναγνωρίζοντας τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών, επισημαίνοντας ωστόσο ότι δύο σοβαρές αδυναμίες εξακολουθούν να εμποδίζουν μια καλύτερη βαθμολογία: το υψηλό δημόσιο και εξωτερικό χρέος και τις μεγάλες ανισορροπίες στις συναλλαγές της Ελλάδας με το εξωτερικό.

Η απόφαση δείχνει ότι τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και η ταχύτερη ανάπτυξη δεν αρκούν από μόνα τους για να πείσουν τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης ότι η ελληνική οικονομία έχει απαλλαγεί από τις χρόνιες αδυναμίες της. Η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις εισαγωγές, ενώ το ύψος του χρέους παραμένει περιοριστικός παράγοντας, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωσή του τα τελευταία χρόνια. Ο S&P ξεκαθαρίζει ότι για να εξετάσει μια νέα αναβάθμιση θα πρέπει να υπάρξει ουσιαστική και διατηρήσιμη βελτίωση των εξωτερικών οικονομικών μεγεθών. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, μικρότερη εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα και αισθητή μείωση του εξωτερικού χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου συνδέεται με τον δημόσιο τομέα.

Για το 2026 ο S&P προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα θα ξεπεράσει τους αρχικούς δημοσιονομικούς στόχους της. Σύμφωνα με την έκθεση, τα στοιχεία του Προϋπολογισμού έως τον Αύγουστο δείχνουν υπέρβαση περίπου 1,1 δισ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο, με βασικό παράγοντα την ισχυρή πορεία των φορολογικών εσόδων.

Η βελτίωση αποδίδεται κυρίως στη μεγαλύτερη φορολογική συμμόρφωση, στην ψηφιοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών, στη μείωση της ανεργίας και στα έσοδα που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα.

Μάλιστα, ο οίκος προβλέπει ότι το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, ακόμη και μετά την πληρωμή των τόκων του δημόσιου χρέους, θα είναι πλεονασματικό κατά 0,8% του ΑΕΠ, περίπου μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από τον αρχικό κυβερνητικό στόχο. Για την τριετία 2027-2029 αναμένει πρωτογενή πλεονάσματα κατά μέσο όρο 3,2% του ΑΕΠ και συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα 0,2%.

Παραμένει υψηλό το ελληνικό χρέος

Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θετικά στοιχεία της αξιολόγησης. Ο S&P εκτιμά ότι το καθαρό δημόσιο χρέος, αφαιρουμένων των ταμειακών διαθεσίμων, θα περιοριστεί στο 123% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026, έχοντας μειωθεί κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2019.

Εφόσον συνεχιστούν η δημοσιονομική πειθαρχία και η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, το καθαρό χρέος προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω στο 107% του ΑΕΠ έως το 2029. Ωστόσο, παρά αυτή τη σημαντική βελτίωση ο S&P εξακολουθεί να θεωρεί το χρέος έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ελλάδα δεν εξασφαλίζει υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση.