Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη: Με τόσα ντροπιαστικά «ναι», πώς να γιορταστεί το ΟΧΙ;
Πώς συμβαίνει να μην ξεσηκώνεται ο ελληνικός λαός για να προσπαθήσει να διασώσει ό,τι μπορεί ακόμη να διασωθεί;
Ο ι πρωινοί κανονιοβολισμοί για το ΟΧΙ, καθώς και αργότερα η παρέλαση, το θριαμβευτικό πέταγμα των αεροπλάνων επάνω από την πόλη μας και η πλημμυρισμένη από κόσμο παραλία της Θεσσαλονίκης με έπεισαν ότι οφείλω μια απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα που με κατατρέχει τις τελευταίες ημέρες. Διερωτώμαι, δηλαδή, το κατά πόσο έχουμε το δικαίωμα εορτασμού αυτού του ηρωικού ΟΧΙ μετά από τα καταιγιστικά και άκρως αντεθνικά «ναι» των τελευταίων ετών, που επιπλέον μας απειλούν με οριστικό χαμό.
- Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
Αυτό το ΟΧΙ που μας κάνει περήφανους, ακόμη και έπειτα από 86 χρόνια, το βροντοφώνησε σύσσωμος ο ελληνικός λαός με τη φωνή του Ιωάννη Μεταξά. Και εξυπακούεται ότι ουδεμία σημασία έχει το κατά πόσο ήταν δικτατορικός ή δημοκρατικός ηγέτης ο Μεταξάς, εφόσον η ηρωική αντίσταση του Ελληνικού Στρατού είχε την απεριόριστη στήριξη του λαού με χιλιάδες τρόπους. Ακόμα και παιδιά έξι ετών έπλεκαν νυχθημερόν κάλτσες για να μην παγώνουν οι φαντάροι μας.
Εφόσον οι καμπάνες των εκκλησιών καλούσαν ολόκληρο το 24ωρο τον κόσμο στους δρόμους για να γιορτάσουν, με δάκρυα στα μάτια, ακόμα μία περίλαμπρη νίκη μας και για να ευχηθούν τη συνέχισή τους. Και εφόσον, τέλος, αυτό το μεγαλειώδες ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου του 1940 προστέθηκε σε μια αέναη συνέχειά μας μέσα στον χρόνο. 25η Μαρτίου, Βυζάντιο, αρχαία Ελλάδα. Είναι αυτό το λαμπερό παρελθόν μας που δικαιολογεί ακόμη κάποια υπόλοιπα θαυμασμού και σεβασμού της υφηλίου απέναντι στη χώρα μας.
Πώς πέσαμε τόσο χαμηλά
Η κατρακύλα μας, στη συνέχεια, μετρά πολλά σκαλοπάτια προς την άβυσσο. Επιλέγω ως αφετηρία της την προδοσία της Κύπρου, επί δικτατορίας, και τη σιωπηρή υιοθέτηση της θεωρίας ότι «κείται μακριά από την Ελλάδα». Συνεχίζω με απόψεις και μεθοδεύσεις φαινομενικά αθώες, όπως, μεταξύ άλλων, ο «συνωστισμός στη Σμύρνη». Προχωρώ με την ανιστόρητη όσο και επικίνδυνη ομολογία ότι «δεν μας ενδιαφέρει το παρελθόν, αλλά μόνο το μέλλον».
Προσθέτω τη «μη απαίτησή μας με νύχια και δόντια, όπως οφείλαμε, των κατοχικών χρεών από τη Γερμανία». Αναφέρομαι στην ύπουλη προσπάθεια ταύτισης του πατριωτισμού με τον φασισμό. Επικεντρώνομαι στη μακροχρόνια ανοχή απέναντι στην παραποίηση της Ιστορίας μας, που αποσκοπεί στη λήθη του παρελθόντος και κυρίως στη λησμονιά των αποτρόπαιων εγκλημάτων των ναζί, στην κατοχή. Φέρνω ακόμα στο προσκήνιο τη μέθοδο αποκοίμισης του λαού, με παντελώς αβάσιμες διαβεβαιώσεις ότι «πάμε καλά και μας θαυμάζει η υφήλιος».
Και η παραπλάνηση συνεχίζεται με την ανασκευή των παραμυθιών της Χαλιμάς προκειμένου να κουκουλωθούν οι δραματικές εξελίξεις στην εξωτερική μας πολιτική. Καυτηριάζω ακόμα τη μυστική συμφωνία όλων σχεδόν των πολιτικών κομμάτων περί «αποφυγής επίσημης συζήτησης γύρω από το εγκληματικό περιεχόμενο των Μνημονίων». Οι συνέπειες όλων αυτών των παραπάνω και πλήθος άλλων είναι αυτόχρημα τραγικές. Οπως, το γεγονός ότι πολλά Ελληνόπουλα δεν γνωρίζουν για ποιον ακριβώς λόγο γιορτάζουμε τις εθνικές επετείους μας. Και ακόμα το ότι ολοένα περισσότεροι νέοι μας καταφεύγουν στην επαίσχυντη προσπάθεια αποφυγής της στρατιωτικής θητείας τους.
Εξάλλου, εξαιτίας της συχνά αντεθνικής πολιτικής, που εφαρμόζεται κατά καιρούς σε όλα τα μέτωπα, φίλοι και εχθροί μάς υπολογίζουν ολοένα λιγότερο, ενόσω οι δικοί μας αρμόδιοι μας αποκοιμίζουν με μύθους περί «ήρεμων νερών στο Αιγαίο», με διαβεβαιώσεις ότι «οι Τούρκοι είναι φίλοι μας», με προσπάθειες γελοιοποίησης της, δυστυχώς, τέλεια οργανωμένης επιχείρησης περί «Γαλάζιας Πατρίδας» και με ανάλογες φαιδρότητες.
Ετσι που παραβλέπουμε τις άκρως προσβλητικές «υποκλίσεις» αξιωματούχων μας στον κ. Ερντογάν, τα προστατευτικά του χτυπήματα στον ώμο δικών μας αξιωματούχων, τις συχνές ανταλλαγές επισκέψεων, εκατέρωθεν, που καταλήγουν στη μοναδική ανακοίνωση που αφορά το εκάστοτε εδεσματολόγιο. Ετσι, κλείσαμε τα μάτια και στην ακραία επικινδυνότητα του μύθου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», ακόμα και όταν αυτός ορίστηκε ως διδακτέα ύλη στο δημοτικό της γειτονικής χώρας.
Και δεν ήταν μόνο ο Ερντογάν που προωθούσε, χωρίς δικές μας αντιδράσεις, τα μακροχρόνια σχέδιά του εναντίον μας. Ηταν ακόμα και η προσβλητική στάση γειτονικών χωρών, όπως η Αλβανία, που στάθηκε στα πόδια της, όπως είναι γνωστό, και χάρη σε δική μας πολύμορφη βοήθεια. Ηταν και οι Σκοπιανοί, που, παρότι η συμπεριφορά τους ήταν αναμενόμενη για όσους γνώριζαν, έστω και στοιχειωδώς, τις μυθοπλασίες περί μακεδονικής τους προέλευσης, υπερέβησαν ωστόσο τις δυσμενέστερες προβλέψεις μας. Που, όμως, έγιναν αποδεκτές από τους αρμοδίους χωρίς την ελάχιστη αντίδραση, και ωσάν να μην επρόκειτο για πρόβλημα που μας αφορούσε.
Ηταν το διαρκές πανηγύρι στη Θράκη με τον παράνομο μουφτή και πλήθος συμπαρομαρτούντων που προωθούσαν τον πολλαπλώς επικίνδυνο και μη σύννομο όρο περί τουρκικής μειονότητας και που κατήγγειλαν τη δήθεν καταπίεσή του από την Ελλάδα. Ηταν το αλύπητο ξεπούλημα του εδάφους μας επιπλέον και χωρίς έλεγχο για το ποιοι και κυρίως με τι σχέδια το αγόραζαν. Και ήταν ακόμα ο παράλογος ενθουσιασμός μας απέναντι σε υποτιθέμενους συμμάχους, που δήθεν θα μας έσωζαν, αν κινδυνεύαμε.
Αλλά που αποδείχθηκε ότι μας υπολόγιζαν τόσο λίγο όσο ακριβώς και εμείς την πατρίδα και τους εαυτούς μας. Να συνεχίσω με την απουσία αντιδράσεων σε κάθε είδος έξωθεν προσβολής. Να προσθέσω τη θεοποίηση της Ε.Ε. και των πολιτικών της από εμάς, παρότι στρέφονταν συχνά εναντίον δικών μας συμφερόντων. Ακόμα η γενική έλλειψη σχεδιασμού, που καθιστά τη χώρα μας έρμαιο αλλότριων συμφερόντων.
Η ανοχή προϊούσας διαφθοράς, που χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα ως πολύχρονο μέσον εξασφάλισης ψήφων υπέρ του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Η ενσυνείδητη ύψωση τείχους ανάμεσα στην κυβέρνηση και στον λαό, που δεν έπρεπε να γνωρίζει πού πηγαίνει ο τόπος του. Η κατάπτωση των θεσμών. Η προσπάθεια απόκρυψης σκανδάλων, που σταθερά αφαιρούν τεράστια χρηματικά ποσά από τον αρχικό προορισμό τους. Η προώθηση δύο Ελλάδων, από τις οποίες η πρώτη χαίρει εξαιρετικών προνομίων, υπό τον όρο οι οπαδοί της να κραυγάζουν ότι το μαύρο είναι άσπρο αλλά και να καταδιώκουν κάθε Ελληνα που τολμά να υπερασπιστεί την αλήθεια. Και η δεύτερη Ελλάδα που είναι μόνιμα παραγκωνισμένη.
Δεν είμαστε άξιοι να γιορτάζουμε το ΟΧΙ
Εξαιτίας των παραπάνω πολυάριθμων εθνικών ενοχών μας, αλλά και πλήθος άλλων που δεν χωρούν σε αυτό το κείμενο, καταλήγω, δυστυχώς, στο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε πια το δικαίωμα να γιορτάζουμε επετείους που έκαναν περήφανη την Ελλάδα στο παρελθόν. Δεν είμαστε άξιοι αυτής της υπέρτατης τιμής, γιατί έχουμε ξεπουλήσει την Ελλάδα και τα ιδανικά της. Εξαιτίας των πολλών και απαράδεκτων «ναι», που εκστομίστηκαν από δικούς μας αρμοδίους, η Ελλάδα κινδυνεύει να μην υπάρχει πια στον διεθνή χάρτη. Με την απροσανατόλιστη, επιπόλαιη, συχνά εναντίον των εθνικών μας συμφερόντων και της απαράδεκτα κοντόφθαλμης και υποτελούς πολιτικής μας, έχουμε ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου, που είναι έτοιμοι να μας καταπιούν.
Τα καταστρεπτικά Μνημόνια
Τα Μνημόνια ήταν απαραίτητα για την αναγνώριση του χρέους μας. Οχι, όμως, αυτά τα Μνημόνια που παρέδωσαν στους δανειστές το σύνολο της εθνικής μας κυριαρχίας. Να δηλώσω, εξαρχής, ότι δεν θεωρώ κυρίαρχο πρόβλημά μας την τιμωρία των υπευθύνων αυτής της καταστροφής. Δεν ήξεραν τι υπέγραφαν… Δεν διάβασαν το κείμενο. Και προτού υπογράψουν δεν φρόντισαν να πληροφορηθούν το φρικώδες περιεχόμενό του. Πιέστηκαν, πιθανότατα, υπερβολικά και ίσως και να απειλήθηκαν. Λησμόνησαν, ωστόσο, στις δύσκολες αυτές ώρες, την ύπαρξη του λαού που είχε απόλυτο δικαίωμα γνώμης. Και στη συνέχεια επέλεξαν επιμελή αποσιώπηση του εγκλήματος των υπογραφών τους.
Τώρα, ωστόσο, η προτεραιότητα βρίσκεται στην ανάγκη συνειδητοποίησης των πολύπλευρων κινδύνων που μας απειλούν και στις -επιτέλους- αντιδράσεις μας, έστω και την ύστατη ώρα. Γιατί, όπως όλα δείχνουν, οι πολλοί ανάμεσά μας δεν γνωρίζουν τις συνέπειες των Μνημονίων ή έχουν πειστεί ότι αποτελούσαν δήθεν μονόδρομο. Θα υπογραμμίσω,α ποκλειστικά, την αποφράδα συνέπεια αυτών των Μνημονίων, που είναι η ολοκληρωτική παράδοση της χώρας στους δανειστές.
Δεν μας απέμεινε τίποτα από το σύνολο που αποτελεί ένα κανονικό κράτος. Εχει ξεπουληθεί το παν. Τράπεζες, αεροδρόμια, λιμάνια, μεταφορικά μέσα, ενέργεια, επικοινωνιακά μέσα και είναι σε φάση ξεπουλήματος και το έδαφός μας. Και άκουσον άκουσον: πρόσφατα ξεπουλήθηκε και το νερό, που ουσιαστικά θεωρείται ελεύθερο αγαθό.
Δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη
Και τώρα, αναπόφευκτα, τίθεται το ερώτημα σε τι είδους ανάπτυξη αναφέρονται και κατά καιρούς επαίρονται ορισμένοι αρμόδιοι για την επιτυχία της, που μάλιστα, κατά μερικούς, θαυμάζει όλος ο κόσμος; Πού ακριβώς εστιάζεται αυτή η ανάπτυξη, αφού τίποτα πια δεν είναι δικό μας; Πού συγκεντρώνονται οι αναπτυξιακές επενδύσεις, αν εξαιρέσουμε το ξεπούλημα του εδάφους μας; Αλλά και πώς αποδεικνύεται αυτή η ανάπτυξη, δεδομένου ότι το 2025 το εισόδημά μας δεν είχε φθάσει ακόμα το επίπεδο του 2009; Υπάρχει, βέβαια και ευτυχώς, ο τουρισμός. Είναι, όμως, άκρως ανεπαρκής και επισφαλής για την οικονομία στην οποία φυτοζωούν ο δευτερογενής και ο πρωτογενής τομέας. Είναι, συνεπώς, και ανύπαρκτη και αδύνατη η όποιας μορφής ανάπτυξη σε συνθήκες έλλειψης εθνικής κυριαρχίας.
Τελειώνοντας, θέτω το σπουδαιότερο ερώτημα, που αποτελεί, ταυτόχρονα, και πρόσκληση: Πώς συμβαίνει να μην ξεσηκώνεται ο ελληνικός λαός για να προσπαθήσει να διασώσει ό,τι μπορεί ακόμη να διασωθεί; Και, μάλιστα, τώρα που έχει εξεγερθεί το σύνολο σχεδόν της Ευρώπης για προβλήματα πολύ λιγότερα ζωτικά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα της χώρας μας. Η απάντηση που μπορώ να δώσω και που πιστεύω ότι ανταποκρίνεται στα πράγματα είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε με όλες της τις δυνάμεις δύο φορές στο πρόσφατο παρελθόν.
Εναντίον της συνθήκης των Πρεσπών και εναντίον της τύχης που επέλεξε η Ε.Ε. για την Ελλάδα. Και το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις ήτα απογοητευτικό, αποκαρδιωτικό, αντεθνικό, αλλά και άκρως προσβλητικό. Τώρα, όμως, βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο η ύπαρξη του έθνους. Και επιβάλλεται κάτι να γίνει για να αποτραπεί. Για να επανακτήσουμε στο εγγύς μέλλον το δικαίωμα να γιορτάζουμε το ΟΧΙ χωρίς τύψεις.
