Μπρίσμπεϊν: Ιταλός σεφ απολύθηκε επειδή αρνήθηκε να παρασκευάσει πίτσα με ανανά – Η ελληνική ιστορία πίσω από την πίτσα

Ο πρώτος που τόλμησε να προσθέσει κομμάτια ανανά πάνω σε ζαμπόν και τυρί ήταν ένας Έλληνας μετανάστης στο Οντάριο

Το γύρο του κόσμου κάνει η είδηση ότι ο Ιταλός Νταβίντε Ταμπουρέλα απολύθηκε από εστιατόριο στο Μπρίσμπεϊν για έναν μάλλον ασυνήθιστο λόγο: όπως αναφέρει το BBC, αρνήθηκε να βάλει ανανά σε μια πίτσα καθώς το θεώρησε «προσβολή για την κουλτούρα του». Στο βάθος, όμως, υπάρχει και ένας Έλληνας, ο Σωτήρης (Σαμ, στον Καναδά) Πανόπουλος, που ήταν ο πρώτος που τόλμησε να προσθέσει το εξωτικό φρούτο στο σήμα κατατεθέν της ιταλικής κουζίνας, το μακρινό 1962.

Η απόλυση του Ιταλού σεφ στην Αυστραλία

Ο σεφ Ταμπουρέλα απολύθηκε τον Μάιο από το εστιατόριο La Costa –που πλέον έχει κλείσει–, δύο εβδομάδες μετά από συνάντηση με τη διεύθυνση η οποία είχε διατυπώσει σειρά παραπόνων σχετικά με τη συμπεριφορά του, μεταξύ αυτών και την άρνησή του να ετοιμάσει πίτσα με ζαμπόν και ανανά για τους καλεσμένους σε μια εκδήλωση. Εκείνη την περίοδο, ο σεφ είχε δηλώσει ότι οι οδηγίες της διεύθυνσης «δεν είναι υποχρεωτικό να ακολουθούνται όταν προσβάλλουν την κουλτούρα του».

Οι λεπτομέρειες ήρθαν στο φως αφότου ο σεφ προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας (Fair Work Commission) της Αυστραλίας, υποστηρίζοντας ότι απολύθηκε άδικα. Στην απόφασή της, η οποία δημοσιεύτηκε την περασμένη Τρίτη, η Επιθεώρηση ανέφερε ότι η άρνηση του Ταμπουρέλα να βάλει ανανά στις πίτσες οφειλόταν στο γεγονός ότι «ο ίδιος, ως Ιταλός, θεωρεί πως η προσθήκη ανανά σε μια πίτσα αποτελεί προσβολή για την κουλτούρα του». Σημειώθηκε επίσης ότι αυτή ήταν η τρίτη φορά, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, που ο Ταμπουρέλα αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο φρούτο σε πίτσες, ενώ είχε ζητήσει προηγουμένως από τον εργοδότη του να «εξετάσει πόσο σημαντικό είναι για τους Ιταλούς να μην μπαίνει ανανάς στην πίτσα». Σημειώνεται πως η πολιτεία του Κουίνσλαντ, όπου βρισκόταν το εστιατόριο, θεωρείται το κέντρο παραγωγής ανανά στην Αυστραλία, καθώς εκεί καλλιεργείται το σύνολο της εμπορικής παραγωγής της χώρας.

Στην απόφαση της Επιθεώρησης Εργασίας αναφέρονται και άλλα παράπονα της διοίκησης για τη συμπεριφορά του σεφ, μεταξύ των οποίων η χρήση απρεπούς γλώσσας, ο τρόπος επικοινωνίας του και η κλιμάκωση της έντασης στον χώρο εργασίας. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Έλιοτ Ίνγκραμ, δήλωσε στην Daily Mail ότι «υπάρχουν πολύ περισσότερα σε αυτή την ιστορία από ένα υλικό πίτσας». Μετά την απόλυσή του, σταμάτησε και η διαδικασία εξασφάλισης βίζας για ειδικευμένους εργαζομένους που ήλπιζε να λάβει. Στο προφίλ του στο LinkedIn, ο Ταμπουρέλα αναφέρει ότι πλέον εργάζεται σε άλλο εστιατόριο του Μπρίσμπεϊν, στο μενού του οποίου ο ανανάς δεν περιλαμβάνεται.

Η ελληνική ιστορία της πίτσας που άλλοι μισούν και άλλοι λατρεύουν

Κι ενώ όλοι θα περίμεναν πως η πίτσα με ανανά είχε όντως σχέση με τη Χαβάη (ως Hawaiian pizza είναι γνωστή διεθνώς), η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική – και σχετικά άγνωστη. Για όλα «φταίει» ο Έλληνας Σωτήρης (Σαμ) Πανόπουλος, από τα Βούρβουρα της Αρκαδίας.

Όταν ήταν 20 ετών, το 1954, ο Πανόπουλος μετανάστευσε στο Οντάριο του Καναδά. Αρχικά εργάστηκε στα ορυχεία, αργότερα όμως άνοιξε το εστιατόριο Satellite μαζί με τα αδέλφια του, Ηλία και Νικήτα. Εκεί σέρβιραν τυπικά αμερικανικά φαγητά –όπως μπέργκερ και τηγανητές πατάτες–, καθώς και πιάτα της αμερικανοκινεζικής κουζίνας, ορισμένα από τα οποία συνδυάζουν γλυκές και αλμυρές γεύσεις.

Ο Σαμ Πανόπουλος άρχισε να παρασκευάζει και να σερβίρει πίτσες στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν άρχισαν να γίνονται δημοφιλείς στις ΗΠΑ. Και το 1962, επηρεασμένος από τα κινέζικα γλυκόξινα, του ήρθε η ιδέα να προσθέσει κονσερβοποιημένο ανανά στην πίτσα. Μάλιστα, Hawaiian την ονόμασε όχι εξαιτίας του εξωτικού νησιού, αλλά λόγω της μάρκας που αναγραφόταν στην κονσέρβα!

Αυτή η καινοτομία έγινε δημοφιλής στους πελάτες του, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου προκάλεσε την απαξίωση από την πλευρά των «πουριτανών» της πίτσας, όπως ο Ταμπουρέλα. Πάντως, τον Οκτώβριο του 2025 ο Έλληνας καινοτόμος εντάχθηκε στο Cultural Hall of Fame του Chatham-Kent, στην κατηγορία «Δημιουργοί του πολιτισμού» (Cultural Builders), σε αναγνώριση της εφεύρεσής του.