Αυτή θα μας σώσει έστω και για λίγο από το υπαρξιακό ναυάγιό μας στη στεριά. Πνιγόμαστε σε έναν ωκεανό από περισπάσεις, θόρυβο, υπερπροβεβλημένη μωρία και βασιλεύουσα ασχήμια. Αλήθεια, πόσος πολύς θόρυβος περιβάλλει τη συνείδησή μας. Σαν λερό ρούχο, παχύ και πολυκαιρινό, που το φοράμε, θέλοντας και μη, σε εποχές που μοιάζουν όλες μεταξύ τους. Ασφυκτιούμε μέσα του και λησμονήσαμε πως το φορέσαμε κάποτε και κάθε μέρα λέμε να το βγάλουμε και πάντα το ξεχνάμε.
Πόσο μεγάλη παρεμβολή ο αχός των γεγονότων, τα οποία είναι ξένα με τις ζωές μας, τα πάθη μας τ’ αληθινά, τα όνειρα και τις αγωνίες. Αδιάκοπη η χλαπαταγή. Λες και κάποιος βάλθηκε να κουκουλώσει με ασχήμια, δυσφορία κι αποστροφή ό,τι ακριβώς αξίζει στο προσωρινό διάβα μας από τον κόσμο τούτο τον εφήμερο. Φουρτούνα άγρια, πόλεμος κανονικός, χωρίς νικητές, μόνο με ηττημένους. Κι επειδή μόνο οι νεκροί είναι εκείνοι που έχουν δει το τέλος του πολέμου, εμείς πρέπει να μάθουμε να ζούμε παράλληλα με εκείνον, όχι εντός του. Να εμπλεκόμαστε όσο το δυνατόν λιγότερο στα μέτωπά του και να αποφεύγουμε τα ακονισμένα γρανάζια του που αλέθουν καθημερινά την ανθρωπότητα. Ακριβώς γι’ αυτή την προσπάθεια, τον ιερό σκοπό της ειρήνης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν καταφύγιο το καλοκαίρι.
«Καλοκαιρινή απόδραση» δεν τη λένε την άδεια; Τυχαία τής δόθηκε ο χαρακτηρισμός; Η πανανθρώπινη εμπειρία από τις μέριμνες της καθημερινότητας ήταν η νονά σε τούτα τα βαφτίσια της λέξης. Και είναι απόδραση το να σπας τα δεσμά της καθημερινότητας που σου απομυζά κάθε ικμάδα της ενέργειάς σου για να σου δώσει το δικαίωμα να υπάρχεις, να επιβιώνεις, στερώντας σου συχνά το δικαίωμα να ζεις. Αδεια σημαίνει να επιλέξεις εσύ τι ώρα θα εγερθείς, να μην μπεις με το στανιό στα βρόμικα κουτιά των ΜΜΜ στριμωγμένος με άλλους κατάδικους που πάνε με σκυφτό το κεφάλι για το μεροκάματο ή για τις υποθέσεις τους, κοιτάζοντας με θλιμμένο βλέμμα από τα παράθυρα, λες κι είναι η τελευταία φορά που αντικρίζουν τον ήλιο.
Η ίδια η λέξη «άδεια» σού φωνάζει ότι πρέπει να είναι αδειανή από υποχρεώσεις προς τρίτους, από άχαρες κι αχάριστες μέριμνες, που παρασιτούν σε βάρος σου. Το κενό τούτο γεμίζει ιδανικά μόνο με σιωπή, με ησυχία, με χώρο και χρόνο για καίνωση του νου και της ψυχής. Μόνο μέσα στην ησυχία και την ακινησία μπορεί κάποιος να βρει τον εαυτό του ή έστω κάποια ίχνη του. Δεν γίνεται να λογιστείς αυθεντικά κι ακέραια μέσα «στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες» και «των σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία», όπως λέει ο Καβάφης στο «Οσο μπορείς».
Σε αυτό το μοναδικό έργο ο Αλεξανδρινός ποιητής επισημαίνει ότι η ζωή μας ξευτιλίζεται όταν βυθίζεται μέσα στην εκκωφαντική κακοφωνία της καθημερινότητας, αυτόν τον εφιάλτη που έχουμε τόσο συνηθίσει ώστε να νιώθουμε φυσιολογική τη μόνιμη δυσφορία που προκαλεί. Είναι όμορφο το καλοκαίρι, αν ξέρεις να δρέψεις τους καρπούς του. Η απουσία των πολλών από τους δρόμους και τις γειτονιές είναι ευκαιρία να αντιληφθεί κάποιος τη δική του παρουσία. Να κάνει μια στάση από την ξέφρενη κούρσα, όπου συμμετέχει. Να διακόψει το κυνήγι της χίμαιρας της ικανοποίησης αναγκών, που είναι ψεύτικες στην πλειονότητά τους, και ανταπόκρισης σε καθήκοντα που άλλοι όρισαν.
Αμελούμε γαρ μια μεγάλη υποχρέωση: αυτήν προς τον εαυτό μας. Τον αφήνουμε πάντα τελευταίο στην ουρά να περιμένει, μάταια, να του δώσουμε σημασία. Διακοπές είναι να διακόψουμε ό,τι κάνουμε μηχανικά και να ζήσουμε σιωπηλά και ενσυνείδητα. Ούτε φωνασκίες ούτε φωταψίες, πάρτι και χάχανα, ούτε ανιαρά ανθρώπινα δίκτυα και διαδίκτυα. Μόνο εμείς. Να κοιτάμε τον ορίζοντα. Και κάπου πίσω απ’ αυτόν κρύβεται από τη θέα μας ο Θεός.

