Εμφανίστηκε ο Γιάννης Πάριος στην Κύπρο. Δεν απέδωσε, όπως περίμενε το κοινό του κι όπως τον είχαν συνηθίσει να αποδίδει. Αποδοκιμάστηκε εκ των υστέρων. Αυτό θεωρήθηκε κάπως σαν ιεροσυλία. Λάθος. Το κοινό που δεν μένει ευχαριστημένο έχει κάθε δικαίωμα να αποδοκιμάζει. Κι ο τραγουδιστής είναι επαγγελματίας και κρίνεται μεν από το σύνολο του έργου του, αλλά αν από ένα σημείο κι έπειτα είναι κατώτερες του αναμενομένου οι εμφανίσεις του το ακροατήριο μπορεί ακόμα και να τον γιουχάρει. Ακόμα κι αν η είσοδος σε συναυλίες, παραστάσεις, θεάματα είναι δωρεάν.
Ο καταναλωτής του δωρεάν θεάματος για να το απολαύσει θυσιάζει ένα αναντικατάστατο δώρο του Κυρίου: τον χρόνο του. Αν πληρώνει έχει κι έναν λόγο παραπάνω να δυσφορεί με μέτρια ή κακά θεάματα. Επειδή η σoουμπίζ ξεκίνησε στην Ελλάδα, καλό είναι να θυμίσουμε πόσο άγριο, επικίνδυνο και ψυχοφθόρο για καλλιτέχνες και δημιουργούς ήταν να εκθέτεις τον εαυτό σου και το έργο σου στην κρίση του κοινού και να μην αρέσει το αποτέλεσμα.
Στον λόγο του «Περὶ τοῦ Στεφάνου» (262) ο Δημοσθένης επιτίθεται στον πολιτικό του αντίπαλο, τον φιλομακεδόνα Αισχίνη, υπενθυμίζοντάς του το παρελθόν του ως αποτυχημένου υποκριτή (ήτοι ηθοποιού). Ισχυρίζεται ειρωνικά ότι το κοινό τον γιούχαρε τόσο πολύ και του πετούσε τόσο πολλά φρούτα (σύκα, σταφύλια, ελιές), που ο Αισχίνης κατέληγε να τα μαζεύει από τη σκηνή για να τραφεί, συμπεριφερόμενος σαν μανάβης (ὀπωρώνης).
Στο επίμαχο χωρίο διαβάζουμε: «Σῦκα καὶ βότρυς καὶ ἐλάας συλλέγων ὥσπερ ὀπωρώνης ἐκ τῶν ἀλλοτρίων χωρίων, πλείω λαμβάνων ἀπὸ τούτων ἢ τῶν ἀγώνων, οὓς ὑμεῖς περὶ τῆς ψυχῆς ἠγωνίζεσθε· ἦν γὰρ ἄσπονδος καὶ ἀκήρυκτος ὑμῖν πρὸς τοὺς θεατὰς πόλεμος, ὑφ’ ὧν πολλὰ τραύματ’ εἰληφὼς εἰκότως τοὺς ἀπείρους τῶν τοιούτων κινδύνων ὡς δειλοὺς σκώπτεις».
«Μαζεύοντας φρούτα (σ.σ.: που σου πετούσαν) σαν μανάβης από ξένα χωράφια, έπαιρνες περισσότερα από αυτά παρά από τις μάχες στις οποίες αγωνιζόσασταν για τη ζωή σας. Γιατί υπήρχε ανάμεσα σε εσάς και στους θεατές αδιάλλακτος και ακήρυχτος πόλεμος, και έχοντας υποστεί πολλά τραύματα από αυτούς (σ.σ.: από τα αντικείμενα που σου έριχναν), εύλογα κοροϊδεύεις ως δειλούς όσους δεν έχουν εμπειρία από τέτοιους κινδύνους».
Στο ίδιο κείμενο, στο 265 διαβάζουμε: «Τριταγωνίστεις, ἐγὼ δ’ ἐθεώρουν. ἐξέπιπτες, ἐγὼ δ’ ἐσύριττον». Δηλαδή, «εσύ έπαιζες ως τριταγωνιστής, κι εγώ ήμουν θεατής. Εσύ έπεφτες από τη σκηνή (αποδοκιμαζόμενος), κι εγώ σε γιούχαρα σφυρίζοντας».
Ο Πλάτων στους «Νόμους» του (Βιβλίο 2, 659a) στηλιτεύει την τακτική του κοινού να διακόπτει και να επηρεάζει τις κρίσεις με φωνές και θόρυβο: «Οὔτε γὰρ παρὰ θεάτρου δεῖ τόν γε ἀληθῆ κριτὴν κρίνειν μανθάνοντα, καὶ ἐκπληττόμενον ὑπὸ θορύβου τῶν πολλῶν καὶ τῆς αὑτοῦ ἀπαιδευσίας». Στη νέα ελληνική αυτό έχει ως εξής: «Ο αληθινός κριτής δεν πρέπει να βγάζει απόφαση μαθαίνοντας από το θέατρο και τρομοκρατούμενος από τον θόρυβο (σ.σ.: τις αποδοκιμασίες) του πλήθους και από τη δική του αμάθεια».
Οπότε, πάλι καλά που ο Πάριος δεν έχει να κάνει με τους αρχαίους, που ήταν πολύ πιο σκληρά καρύδια απ’ όσο είμαστε εμείς. Αν δεν άρεσε, θα του εκσφενδόνιζαν ό,τι ζαρζαβατικό έβρισκαν πρόχειρο, όπως έκαναν στους δραματικούς αγώνες. Η αρχαία Ελλάδα ήταν μεν πολιτισμένη, αλλά οι τρόποι των ανθρώπων και οι νοοτροπίες τους θα μας προκαλούσαν εξαιρετικά μεγάλη και δυσάρεστη έκπληξη, διότι έχουμε «μαλακώσει» πολύ. Πάρα πολύ!
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»


