Οταν στις ΗΠΑ οι προστατευόμενοι μάρτυρες αλλάζουν ακόμα και ταυτότητα, μεταφέρονται σε νέα πόλη ή πολιτεία, όπου κανείς δεν γνωρίζει το παρελθόν τους, το κράτος τούς παρέχει ένα μηνιαίο επίδομα για την κάλυψη βασικών αναγκών (στέγαση, τροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) μέχρι να βρουν εργασία, ενώ τους παρέχεται 24ωρη ένοπλη προστασία, στην Ελλάδα αναγκάζονται να καταφύγουν στη Δικαιοσύνη, για να μη μείνουν ακάλυπτοι και ανυπεράσπιστοι.
Τουλάχιστον αυτό συνέβη σε γυναίκα μάρτυρα σε μεγάλη υπόθεση εγκληματικής οργάνωσης, η οποία, ως ύστατη λύση, κατέφυγε στη Δικαιοσύνη, όταν η Αστυνομία αποφάσισε την παύση των μέτρων προστασίας που της παρείχε, καθώς θεωρείτο «ευπαθής στόχος», λόγω της εμπλοκής της ως μάρτυρα στη συγκεκριμένη υπόθεση. Η μάρτυρας προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας να ακυρωθούν οι πράξεις της Ελληνικής Αστυνομίας, με τις οποίες αποφασίστηκαν να σταματήσουν η φρούρηση της κατοικίας της και η αστυνομική συνοδεία κατά τις μετακινήσεις της, μέτρα τα οποία είχαν ληφθεί και εφαρμόζονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω του ότι η αιτούσα είχε θεωρηθεί «ευπαθής στόχος» εξαιτίας της ιδιότητάς της ως ουσιώδους μάρτυρα σε ποινική υπόθεση.
Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε ενδελεχώς την υπόθεση, στάθηκε καταρχήν στο εάν ήταν ήταν αρμόδιος ή όχι να αποφασίσει ο υπαρχηγός της Αστυνομίας, ως ασκών κατά νόμο εποπτεία και έλεγχο στην κεντρική υπηρεσιακή μονάδα της Ελληνικής Αστυνομίας, που είναι κατά τις ισχύουσες οργανικές διατάξεις αρμόδια για τη λήψη των μέτρων. Στο πρώτο σκέλος της απόφασής του το Δ’ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι «αρμοδίως αποφάνθηκε επί της “ εντάσεως” ο υπαρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. υπό την ιδιότητα του ασκούντος ιεραρχικό έλεγχο».
Στο δεύτερο σκέλος της απόφασής του, κατά πλειοψηφία, το δικαστήριο δικαίωσε τη μάρτυρα, καθώς έκρινε ότι ήταν πλημμελής η αιτιολογία της Αστυνομίας για τη μη συνέχιση των μέτρων προστασίας της αιτούσας, με το σκεπτικό ότι «από την προηγούμενη απόφαση της ΕΛ.ΑΣ. για τη συνέχιση των μέτρων είχε παρέλθει μικρό χρονικό διάστημα», χωρίς να έχουν αλλάξει τα δεδομένα. Και συμπλήρωσε: «Η δε απόφαση για την παύση στηρίχθηκε στην έλλειψη ικανών πληροφοριών για ενεργό απειλή σε βάρος της αιτούσας, χωρίς ωστόσο η απειλή αυτή να αποκλείεται εκ των προτέρων και χωρίς ειδικότερη εκτίμηση των περιστάσεων που μεσολάβησαν από την προηγούμενη απόφαση σε σχέση με την εξάλειψη των κινδύνων που προ ολίγων μηνών είχε θεωρηθεί ότι επέβαλλαν τη συνέχιση των μέτρων προστασίας».
Από τη στήλη «Αδέκαστος» της «δημοκρατίας»