Η είσοδος του Κυρίου συνδυάζεται με διδαχές αλλά και παραινέσεις προς τους Μαθητές Του
Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο
Μικρή απόσταση χωρίζει τη Βηθανία, τη μικρή πολιτεία στη Δυτική Οχθη στους πρόποδες του Ορους των Ελαιών, από τα Ιεροσόλυμα, την οποία ο Ιησούς επισκέφθηκε λίγες ημέρες προ του Πάθους. Από την ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου ως τον Γολγοθά και τη Σταύρωση, ο χρόνος είναι πυκνός, η συνεχής διαδοχή των γεγονότων ως την κορύφωση του Πάθους και την Ανάσταση φορτίζουν ιδιαίτερα το συναίσθημα των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος. Για τους Βυζαντινούς, η Εβδομάδα των Παθών ήταν «Απρακτος», επειδή συνήθιζαν να διακόπτουν -ακόμη και οι δούλοι- κάθε εργασία και να απολύουν όσους είχαν καταδικασθεί σε φυλάκιση εξαιτίας τυχόν χρεών προς το Δημόσιο.
Στην περίοδο της ακμής της αυτοκρατορίας (9ος – 10ος αιώνας) το Σάββατο του Λαζάρου άνοιγαν τις Μεγάλες Πύλες του Παλατίου, απ’ όπου είχαν το δικαίωμα εισόδου όλοι οι αξιωματούχοι, οι συγκλητικοί, οι μάγιστροι και οι ανθύπατοι, οι πατρίκιοι και οι αυλικοί και ο αυτοκράτωρ διένειμε βάια με φοινικόφυλλα και άνθη της εποχής, και από έναν μικρό αργυρό σταυρό στους οφικιάλιους, σε μια τελετή υπενθύμισης της θριαμβικής εισόδου του Ιησού στην πόλη της Ιερουσαλήμ.
Παράλληλα, και σύμφωνα με το τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, ο Πατριάρχης πρόσφερε κεριά για τις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, ενώ στον Ναό της Αγίας Σοφίας κατέληγε ο «περίπατος του Αυτοκράτορος», η τελετουργική πομπή στην οποία με το ιερατείο και τους αξιωματούχους συμμετείχε ο αυτοκράτωρ, ο οποίος έφερε την εικόνα του Ιησού, ενώ οι χοροί έψαλλαν το Στιχηρό Ιδιόμελο της εορτής: «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε και λαοί, και θεάσασθε σήμερον τον βασιλέα των ουρανών, ως επί θρόνου υψηλού, επί πώλου ευτελούς, την Ιερουσαλήμ προσεπιβαίνοντα».
Στον Λάζαρο, φίλο του Ιησού, προσωποποιείται το ανθρώπινο γένος και στη με θαυμαστό τρόπο ανάστασή του αποτυπώνεται η πρώτη νίκη επί του θανάτου, το καίριο λάκτισμα στη φυσική απόρροια της αμαρτίας, το προάγγελμα της συντριβής του Αδη, ο οιωνός της δικής Του περίλαμπρης Ανάστασης. Στη Βηθανία συντελείται το θαύμα της θεϊκής αγάπης που θριαμβεύει επί του θανάτου. Με την ανάκληση του Λαζάρου από τον τάφο, «δεύρο έξω», ο Ιησούς παρουσιάζεται ως «νικητής του θανάτου», για να ενισχύσει την πίστη των Μαθητών Του στη δική Του Ανάσταση και στην «κοινή ανάσταση», και καταδεικνύει ότι είναι «Κύριος ζώντων και νεκρών».
Μέγα πλήθος που πληροφορήθηκε την έγερση του Λαζάρου έσπευσε στη Βηθανία για να πιστοποιήσει την αλήθεια των διαδόσεων, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη (ιβ’, 9-13).
Επειδή πολλοί Ιουδαίοι που έβλεπαν τον Λάζαρο ζωντανό και υγιή εκδήλωναν τον θαυμασμό και την πίστη τους στο πρόσωπο του Ιησού, οι αρχιερείς αποφάσισαν να τον φονεύσουν, ως τεκμήριο του θαύματος. Ο φίλος του Ιησού αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Κύπρο, όπου αργότερα οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας τον χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου.
Και «την επαύριον όχλος πολύς, ο ελθών εις την εορτήν», όπως συνεχίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όταν πληροφορήθηκε πως ο Ιησούς έρχεται στα Ιεροσόλυμα, τον προϋπάντησε με βάια από φοίνικες, κραυγές και ιαχές χαράς και ενθουσιασμού: «Ωσαννά! Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ».
«Οι Γαλιλαίοι που συγκεντρώθηκαν για το Πεσάχ στα Ιεροσόλυμα, υποδέχθηκαν τον εκλεκτό τους» γράφει ο Αγγελος Βλάχος («Η 14η Νιζάν»). «Πολύς κόσμος, που είχε μάθει την ανάσταση του Λαζάρου, τον υποδέχθηκε στη Χρυσή Πύλη και οργάνωσε ένα είδος μικρού θριάμβου.
Τον έβαλαν και κάθισε επάνω σε ένα γαϊδουράκι, απ’ αυτά που βαδίζουν με μικρά γρήγορα βήματα, σαν έτοιμα να χάσουν την ισορροπία τους από το βάρος που σηκώνουν, τόσο λεπτά είναι τα πόδια τους, και, καθώς προχωρούσε κόσμος και λαός έστρωναν τους μανδύες τους στο λιθόστρωτο του δρόμου κι έριχναν κλαριά ελιάς και βάγια. Ο ενθουσιασμός τους μεταδόθηκε σε άλλους κι ο Γιεσούα προχώρησε έτσι προς τον Ναό».
Η είσοδος του Ιησού στην Ιερουσαλήμ συνδυάζεται με παραινέσεις και διδαχές προς τους Μαθητές Του, όπως η Παραβολή των Δέκα Παρθένων, προκειμένου να τους προετοιμάσει για το επίγειο μαρτυρικό τέλος και τη σταυρική θυσία Του.
Αλλωστε, τις φωνές χαράς και τους αλαλαγμούς θριάμβου πολύ σύντομα θα ακολουθούσαν οι κατάρες και οι κραυγές μίσους και τυφλού πάθους: «Οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι / ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες! / Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει / και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει. / Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα / των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν / κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα / να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!» (Κώστας Βάρναλης).
Πώς περιγράφει ο Φώτης Κόντογλου το γεγονός
«Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμένους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψαράδες καταφρονεμένους σαν και κείνον» γράφει ο Φώτης Κόντογλου. «Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευθέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε “Ευλογημένος ο ερχόμενος” και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊδούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μήτε άλογο ακριβοσελωμένο, μήτε καμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειωμένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊδούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλογιστεί αυτό το μυστήριο!».

