Στοιχεία-σοκ από έκθεση της ΓΣΕΕΜπορεί ο δείκτης της ανεργίας να μειώνεται, όμως αυτό γίνεται σε βάρος των εργαζομένων και των μισθών τους. Σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση για την ελληνική οικονομία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το 34,7% των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και το 42,13% των εργαζομένων με μερική απασχόληση λαμβάνουν μισθό χαμηλότερο του κατώτατου.
Το γεγονός ότι ολοένα περισσότεροι εργαζόμενοι κινούνται γύρω και κάτω από το όριο της φτώχειας είναι ένδειξη της εύθραυστης κατάστασης της ελληνικής κοινωνίας, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, ενώ η αύξηση των μορφών επισφαλούς απασχόλησης (μερική και εκ περιτροπής εργασία) επιφέρει σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις, καθώς ουσιαστικά λειτουργεί ως κρυφός μηχανισμός λιτότητας. Πιο συγκεκριμένα, η επικράτηση της part time εργασίας συμπαρέσυρε τους μισθούς και, κατ’ επέκταση, το διαθέσιμο εισόδημα και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων.
Ανεργία στο 28,7%
Στο μεταξύ, η ΓΣΕΕ, αμφισβητώντας τα στοιχεία της ανεργίας της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ανεβάζει την πραγματική ανεργία του β’ τριμήνου του 2017 στο 28,7%, συνεκτιμώντας στο ποσοστό αυτό τους ανέργους, τους υποαπασχολουμένους και τους απογοητευμένους ανέργους, οι οποίοι δηλώνουν ότι δεν αναζητούν εργασία. Αναλύοντας τα επιμέρους στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, η έκθεση διαπιστώνει ότι οι επενδύσεις σταθεροποιήθηκαν, αλλά είναι 63% χαμηλότερες από τα επίπεδα του 2008. Μάλιστα, για να φτάσουν σε αυτά τα προ κρίσης επίπεδα, πρέπει να συνεχιστεί ο μέσος ρυθμός των επενδύσεων του 2016 έως το 2033…
Η κατανάλωση, επίσης, έχει υποχωρήσει κατά 24% συγκριτικά με τα επίπεδα του 2008. Για να βελτιωθεί το συγκεκριμένο μέγεθος, το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ εκτιμά ότι πρέπει να υπάρξει ένα «σοκ στην απασχόληση ή στα εισοδήματα».

