Τη θέση της Ελληνικής Αστυνομίας αναφορικά με τη σύλληψη της 46χρονης, η οποία κατηγορείται για συμμετοχή στην επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin, παρουσίασε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου. Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, ανέφερε ότι σε βάρος της γυναίκας υπήρχε ενεργό ένταλμα και πλέον δρομολογείται η διαδικασία για την έκδοσή της στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε η εκπρόσωπος, η 46χρονη εντοπίστηκε και συνελήφθη σε βρετανικό αεροδρόμιο, όπου εργαζόταν το τελευταίο διάστημα. «Σε οποιαδήποτε χώρα εντοπιζόταν, οι Αρχές ήταν υποχρεωμένες να τη συλλάβουν και να ενημερώσουν τις ελληνικές αρχές, όπως και έγινε», σημείωσε. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η συλληφθείσα βαρύνεται με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας κατά συρροή, η οποία δεν έχει παραγραφεί.
Η κ. Δημογλίδου διατύπωσε την εκτίμηση της Αστυνομίας ότι η έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί. «Δεν μπορεί να κλείσει εδώ ο κύκλος των συλλήψεων. Από την αρχή γνωρίζαμε ότι υπήρχε συγκεκριμένη ομάδα που κινήθηκε προς το τραπεζικό κατάστημα και πραγματοποίησε την επίθεση. Υπάρχουν και άλλοι εμπλεκόμενοι. Ελπίζουμε ότι μετά από αυτές τις συλλήψεις θα καταφέρουμε να ταυτοποιήσουμε και άλλους», ανέφερε.
Ο ρόλος του ανώνυμου μηνύματος
Αναφορικά με το ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα που φέρεται να προκάλεσε την επανέναρξη της έρευνας, η πλευρά της ΕΛ.ΑΣ. υποστηρίζει ότι αυτό αποτέλεσε την αφορμή για τη νέα εισαγγελική εντολή, αρνούμενη ότι τα εντάλματα στηρίχθηκαν αποκλειστικά σε αυτό.
«Το email ήταν αυτό που έκανε την εισαγγελική αρχή να ανοίξει ξανά την υπόθεση και να διατάξει νέα έρευνα. Ήταν πριν από 1,5 χρόνο, δεν σημαίνει όμως ότι η Δικαιοσύνη στηρίχθηκε σε ένα email για να εκδώσει εντάλματα. Ακολούθησε μια πολύ μεγάλη έρευνα διάρκειας περίπου ενός έτους», δήλωσε.
Όπως ανέφερε η κ. Δημογλίδου, στην επανεξέταση της υπόθεσης συμμετείχαν το Τμήμα Ανθρωποκτονιών, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και η Αντιτρομοκρατική. Κατά τους ισχυρισμούς της ΕΛ.ΑΣ., η αξιοποίηση νέου λογισμικού από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών οδήγησε σε εκ νέου ανάλυση του διαθέσιμου οπτικού υλικού, κάτι που φέρεται να οδήγησε σε μια εκτενή έκθεση για τον ρόλο του κάθε κατηγορουμένου.
«Εμείς δεν δικάζουμε. Παραδίδουμε τα στοιχεία και αποφασίζει η Δικαιοσύνη. Ελπίζουμε ότι με το υλικό που έχει συγκεντρωθεί, αλλά και με όποιο νέο στοιχείο προκύψει, θα οδηγηθούν όλοι οι εμπλεκόμενοι εκεί που πρέπει και θα αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα αυτής της τραγωδίας», είπε χαρακτηριστικά, καταλήγοντας πως: «Όσο υπάρχει υλικό που μπορούμε να επεξεργαστούμε και να προσφέρουμε στις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές, η έρευνα θα συνεχίζεται».
