Σημαντική δικαστική δικαίωση για δανειολήπτη σε συνάλλαγμα πέτυχε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο ευθυγραμμίστηκε πλήρως με την πρόσφατη κατεύθυνση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια που υπάγονται σε καθεστώς δικαστικής ρύθμισης. Η συγκεκριμένη απόφαση ορίζει ότι οι τόκοι για τη διάσωση της κύριας κατοικίας υπολογίζονται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού άληκτου κεφαλαίου της οφειλής.
Όπως αναφέρει το dikastiko.gr, η υπόθεση αφορά έναν ιδιωτικό υπάλληλο ο οποίος είχε συνάψει κατά την περίοδο 2006–2009 σειρά δανειακών συμβάσεων, με βασικότερες δύο ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο (CHF), προκειμένου να χρηματοδοτήσει την αγορά της κατοικίας του στο Κρυονέρι Αττικής. Παρά το γεγονός ότι τα εισοδήματα του δανειολήπτη διατηρήθηκαν σταθερά στα επίπεδα των 2.000 έως 2.900 ευρώ μηνιαίως, οι μηνιαίες δόσεις των δανείων εκτοξεύθηκαν από τα 1.500 ευρώ αρχικά σε τουλάχιστον 2.400 ευρώ εξαιτίας της μεταβολής στην ισοτιμία μεταξύ του ευρώ και του ελβετικού φράγκου.
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μεταβολή αυτή οδήγησε τον οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας εξυπηρέτησης των οφειλών του, καθώς το εισόδημά του δεν επαρκούσε πλέον για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών του αναγκών. Για τον λόγο αυτόν, ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και ρύθμισε τα χρέη με μηνιαίες καταβολές ύψους 1.050 ευρώ προς τις πιστώτριες τράπεζες επί μία πενταετία, αφαιρώντας το ποσό που είχε καταβληθεί βάσει προσωρινής διαταγής.
Όσον αφορά τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, το δικαστήριο όρισε την καταβολή του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ποσό που ανήλθε σε 114.621,69 ευρώ. Το ποσό αυτό θα αποπληρωθεί σε βάθος εικοσαετίας μέσω 180 μηνιαίων δόσεων των 636,78 ευρώ προς την εμπραγμάτως εξασφαλισμένη τράπεζα, με πρόβλεψη πενταετούς περιόδου χάριτος.
Ως προς τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, το δικαστήριο εφάρμοσε τη νομολογιακή κατεύθυνση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 6/2026), διευκρινίζοντας ότι το επιτόκιο —συνδεδεμένο με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο της Τράπεζας της Ελλάδος και αναπροσαρμοζόμενο με βάση τις Πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ— υπολογίζεται αποκλειστικά επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού άληκτου κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι οι όροι αποπληρωμής παραμένουν εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη, αποφεύγοντας τον κίνδυνο συσσώρευσης οφειλών που θα ακύρωναν τον σκοπό της ρύθμισης.


