Στην έγκριση του προϋπολογισμού για το 2027 προχώρησε η ουκρανική κυβέρνηση, αποτυπώνοντας την απόλυτη οικονομική εξάρτηση της χώρας από τους δυτικούς συμμάχους, περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Η «τρύπα» στις εξωτερικές ανάγκες χρηματοδότησης φτάνει τα 52,6 δισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 45,8 δισ. ευρώ), με το Κίεβο να ζητά εκ νέου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις χώρες της G7, το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα να καλύψουν το έλλειμμα.
Το συνολικό κόστος του πολέμου υπολογίζεται πλέον στα 190 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα (περίπου 165 εκατ. ευρώ), με τις αμυντικές δαπάνες να εκτοξεύονται στο 43,8% του ΑΕΠ της χώρας (95,9 δισ. ευρώ). Την ίδια στιγμή, τα ρωσικά πλήγματα σε υποδομές μεταλλουργίας και αγροτικών εξαγωγών έχουν συρρικνώσει δραματικά τα εγχώρια έσοδα, εξαναγκάζοντας τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να προαναγγείλει «δύσκολα και αντιδημοφιλή» μέτρα.
Ωστόσο, η απαίτηση για συνεχή ροή δισεκατομμυρίων συναντά πλέον έντονο προβληματισμό στις δυτικές πρωτεύουσες. Παρά την τεράστια οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση, το κυβερνητικό σύστημα στο Κίεβο εξακολουθεί να βαρύνεται από χρόνιες παθογένειες, σκάνδαλα διαφθοράς και υποθέσεις καταχρήσεων στο πεδίο των προμηθειών.
Η αδυναμία αποτελεσματικού ελέγχου για το που καταλήγουν οι πόροι των Δυτικών φορολογουμένων, σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικού οδικού χάρτη για τη λήξη της σύγκρουσης, τροφοδοτεί την κριτική ότι η Δύση συνεχίζει να χρηματοδοτεί ανεπιφύλακτα ένα μηχανισμό που αδυνατεί να εγγυηθεί τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα.
