Σκορδέλη για τουρκολιβυκό: «Χρειάζεται απάντηση που θα πονέσει την Τουρκία

Η διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του ΕΚΠΑ και πρώην σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Κώστα Καραμανλή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την πολιτική κατευνασμού και ζητά επίδειξη αποτρεπτικής ισχύος.

Απάντηση για το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο που θα «πονέσει» την Άγκυρα και θα καταστήσει σαφές ότι οι αυθαίρετες ενέργειές της έχουν βαρύ κοστολόγιο οφείλει να δώσει η Ελλάδα. Αυτό τόνισε η Μαρίνα Σκορδέλη, διδάκτωρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ και πρώην σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Θήτα FM 107,1 και στην εκπομπή «Πρωινοί τύποι» με τη Χριστίνα Χαλεπλίδου.

Όπως επισήμανε χαρακτηριστικά, η χώρα μας όφειλε ήδη από το 2019 να απαντήσει με «κάτι χειροπιαστό», προκρίνοντας την άμεση ανακήρυξη επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια γύρω από την Κρήτη, καθώς και στο σύμπλεγμα της Μεγίστης στην Ανατολική Μεσόγειο. «Να δείξουμε ότι εν τοις πράγμασι αμφισβητούμε την εγκυρότητα αυτού του μνημονίου, το οποίο σε κάποια σημεία ξεκινάει στα 6 ναυτικά μίλια από τα χωρικά μας ύδατα, που σημαίνει ότι δεν σέβεται καν τη δυνατότητα επέκτασής τους στα 12», διευκρίνισε, συμπληρώνοντας πως απαιτούνται κινήσεις που «θα δείξουν στη διεθνή κοινότητα ότι για εμάς αυτό είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας, επιδεικνύοντας αποφασιστικότητα και δυναμική».

Παράλληλα, η κ. Σκορδέλη άσκησε κριτική στην εγχώρια πολιτική του κατευνασμού απέναντι στη διάθεση της Τουρκίας να στρατιωτικοποιεί τις διεκδικήσεις της, προειδοποιώντας ότι με αυτόν τον τρόπο πλήττεται η εθνική αποτρεπτική αξιοπιστία. «Δεν λέμε ότι πρέπει να ακολουθούμε την Τουρκία στη στρατιωτικοποίηση, αλλά δεν πρέπει να δείχνουμε και ότι τη φοβόμαστε», ανέφερε, εξηγώντας ότι υπάρχουν επιχειρησιακά σενάρια που επιτρέπουν την αναλογική απάντηση χωρίς αδικαιολόγητη κλιμάκωση, ώστε να πιστοποιείται η ετοιμότητα προάσπισης των αναφαίρετων κυριαρχικών δικαιωμάτων μας.

Σχολιάζοντας τις ευρωπαϊκές επισημάνσεις και εκθέσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το casus belli, το υποθαλάσσιο καλώδιο και τη «Γαλάζια Πατρίδα», σημείωσε με νόημα ότι, παρά τις καταδίκες, «δυστυχώς δεν ιδρώνει το αυτί της Τουρκίας με αυτά». Εξήγησε ότι η Άγκυρα θεωρεί τον εαυτό της μεγάλη δύναμη που απαιτεί ειδική μεταχείριση από την Ε.Ε., νιώθοντας σχεδόν ότι «της κάνει και τη χάρη εάν ενταχθεί».

Όπως τόνισε η διεθνολόγος, η αυτόνομη και μη ευθυγραμμισμένη πολιτική της Τουρκίας αποδίδει καρπούς επειδή οι Δυτικοί εταίροι την αντιλαμβάνονται ακόμη ως «το τελευταίο προγεφύρωμα απέναντι στον ισλαμικό εξτρεμισμό» και ως πολύτιμο γεωστρατηγικό παίκτη. «Της Τουρκίας της βγαίνει το παιχνίδι συχνά επειδή επιδεικνύει μια απαράμιλλη αποφασιστικότητα σε όσα θεωρεί αδιαπραγμάτευτα συμφέροντά της, ενώ η Ελλάδα κατά καιρούς δείχνει μικρότερη αποφασιστικότητα και μια ευελιξία απέναντι σε αυτά που παρουσιάζουμε επισήμως ως αδιαπραγμάτευτα», παρατήρησε.

Τέλος, χαρακτήρισε ως θετική εξέλιξη την επικράτηση των Δημοκρατικών στο αμερικανικό Κογκρέσο, ιδίως όσον αφορά τους εξοπλισμούς και τα F-35, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι υπό τη διακυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ «δεν πρέπει να περιμένουμε θεαματικά αποτελέσματα ως προς την εξωτερική μας πολιτική».