Τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας διαψεύδουν με ηχηρό τρόπο τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης
Ονειρο αποτελεί η περιβόητη σύγκλιση με την Ευρώπη, καθώς η χώρα μας απέχει ακόμη αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο πιο ουσιαστικό πεδίο για τα νοικοκυριά: το επίπεδο κατανάλωσης και, άρα, το πραγματικό επίπεδο διαβίωσης. Τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας αποτυπώνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στον… πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης, τόσο στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ όσο και στους δείκτες που μετρούν την υλική ευημερία των πολιτών.
Ειδικότερα, το 2025 η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Σύμφωνα με τη Eurostat, η χώρα βρίσκεται 32% κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., στο ίδιο επίπεδο με τη Βουλγαρία, καταγράφοντας μία από τις χειρότερες επιδόσεις σε ολόκληρη την Ενωση. Πρόκειται για έναν δείκτη που αποτυπώνει την οικονομική δραστηριότητα ανά κάτοικο, προσαρμοσμένη στις διαφορές τιμών από χώρα σε χώρα, ώστε να είναι συγκρίσιμη η πραγματική αγοραστική ισχύς.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν η σύγκριση μεταφέρεται από το ΑΕΠ στην πραγματική ατομική κατά κεφαλή κατανάλωση – δηλαδή στον δείκτη που δείχνει τι πραγματικά καταναλώνουν τα νοικοκυριά και θεωρείται πιο κοντινός στην καθημερινή ευημερία των πολιτών. Η Eurostat χρησιμοποιεί τον συγκεκριμένο δείκτη ως βασικό μέτρο υλικής ευημερίας, καθώς περιλαμβάνει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά ανεξαρτήτως του ποιος τα πληρώνει: τα ίδια τα νοικοκυριά, το κράτος ή μη κερδοσκοπικοί φορείς. Με άλλα λόγια, δεν μετρά απλώς το μέγεθος της οικονομίας, αλλά το επίπεδο κατανάλωσης που φτάνει τελικά στον πολίτη.
Για την Ελλάδα, το μήνυμα των στοιχείων είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, η χώρα παραμένει ουραγός στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, γεγονός που καταδεικνύει ότι η συνολική παραγωγή πλούτου εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Από την άλλη, η χαμηλή θέση στην πραγματική κατανάλωση επιβεβαιώνει ότι η απόσταση δεν είναι απλώς λογιστική ή μακροοικονομική, αλλά μεταφράζεται σε πιο αδύναμη αγοραστική δυνατότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι το ΑΕΠ και η κατανάλωση δεν λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Το ΑΕΠ μετρά το συνολικό προϊόν της οικονομίας, όμως μπορεί να επηρεάζεται από παράγοντες που δεν βελτιώνουν άμεσα το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, όπως οι επενδύσεις, τα εταιρικά κέρδη ή οι εξαγωγές. Αντίθετα, η πραγματική ατομική κατανάλωση δείχνει πιο άμεσα τι φτάνει στο νοικοκυριό, ποια είναι η πραγματική του δυνατότητα να αγοράσει αγαθά και υπηρεσίες, και ποιο είναι το επίπεδο διαβίωσης στην καθημερινότητα.
Σημειώνεται ότι σε επίπεδο Ε.Ε. μόλις οκτώ χώρες εμφανίζουν πραγματική ατομική κατανάλωση πάνω από τον μέσο όρο της Ενωσης. Στην κορυφή βρίσκεται το Λουξεμβούργο, με επίπεδο κατανάλωσης 45% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε., ενώ ακολουθούν η Γερμανία με 20% και η Ολλανδία με 19%. Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφονται στην Ουγγαρία και τη Λετονία, που βρίσκονται 27% κάτω από τον μέσο όρο, και στην Εσθονία με απόκλιση 26%. Η κατάταξη αυτή δείχνει ότι οι μεγάλες αποκλίσεις στο βιοτικό επίπεδο εντός της Ε.Ε. παραμένουν ισχυρές, παρά τα χρόνια ανάπτυξης και την επιστροφή της ευρωπαϊκής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς.
