Από τον Δημήτρη Τσέτσιλα, αντιπεριφερειάρχη Πρωτογενούς Τομέα

Μετά την ευρεία σύσκεψη που πραγματοποιήσαμε πρόσφατα στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, σε συνεργασία με το ΓΕΩΤΕΕ Κεντρικής Ελλάδας, την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Γεωπόνων και τους γεωπόνους-μελετητές της περιοχής, αναδείχθηκε το γεγονός ότι περισσότεροι από 20.000 παραγωγοί πανελλαδικά βρίσκονται κυριολεκτικά στον «αέρα».
Επενδύσεις παραμένουν στάσιμες, επιχειρηματικά σχέδια αναθεωρούνται, η ρευστότητα των εκμεταλλεύσεων εξαντλείται και νέοι άνθρωποι που επέλεξαν συνειδητά να δραστηριοποιηθούν στον πρωτογενή τομέα έρχονται αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα. Η παρατεταμένη αναμονή και η έλλειψη σαφών χρονοδιαγραμμάτων αποθαρρύνουν τους νέους αγρότες, υπονομεύοντας στην πράξη την ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού και τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνική υπαίθρου.
Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι το ενδιαφέρον των νέων για ένταξη στον αγροτικό τομέα εμφανίζεται ήδη αισθητά μειωμένο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Πρόγραμμα «Εγκατάσταση γεωργών νεαρής ηλικίας» του Σχεδίου ΚΑΠ 2023-2027 υποβλήθηκαν πανελλαδικά μόλις 6.829 αιτήσεις, έναντι 13.888 στο προηγούμενο πρόγραμμα, ενώ στην Περιφέρεια Θεσσαλίας οι αιτήσεις περιορίστηκαν στις 879 έναντι 1.969, καταγράφοντας μείωση άνω του 50%.
Στη Θεσσαλία, οι συνέπειες είναι ακόμη πιο έντονες. Οι καταστροφές από την κακοκαιρία «Daniel», οι ζωονόσοι, το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και η έλλειψη ρευστότητας επιβαρύνουν έναν ήδη πιεσμένο πρωτογενή τομέα, δοκιμάζοντας τις αντοχές παραγωγών και τοπικών κοινωνιών. Πώς μπορεί να πειστεί ένας νέος να επενδύσει στην κτηνοτροφία, όταν επί δύο χρόνια δεν επιτρέπεται η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου, οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι έχουν εγκλωβιστεί με την απαγόρευση στις μετακινήσεις τους και το σύνολο των αιγοπροβάτων όλων των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων παραμένει σε καθεστώς καθολικού εγκλεισμού λόγω απαγόρευσης της βόσκησης;
Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα στενά αγροτικό ζήτημα, αλλά για μια εθνική πρόκληση που αφορά την παραγωγική ανθεκτικότητα, τη δημογραφική συνοχή της περιφέρειας και την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.
Και αυτό διότι ο πρωτογενής τομέας παραμένει ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στο τελευταίο τρίμηνο του 2024 απασχολούσε περισσότερους από 454.000 εργαζόμενους, ποσοστό 10,6% της συνολικής απασχόλησης, ενώ η ακαθάριστη αξία παραγωγής ξεπέρασε τα 16 δισ. ευρώ. Η ενίσχυσή του, επομένως, δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακή επιλογή, αλλά επένδυση με ισχυρό οικονομικό, κοινωνικό και εθνικό αποτύπωμα.
Η συνεχής συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα αυξάνει την εξάρτηση της οικονομίας από λίγους κλάδους, όπως ο τουρισμός, και περιορίζει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στις διεθνείς κρίσεις και την κλιματική αλλαγή. Η ύπαρξη ενός ισχυρού και ανταγωνιστικού αγροδιατροφικού τομέα αποτελεί πλέον ζήτημα εθνικής στρατηγικής.
Η Θεσσαλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις, περίπου το 70% των εξαγωγών της αφορά προϊόντα αγροδιατροφής, γεγονός που αποδεικνύει τη στρατηγική σημασία της για την τοπική, αλλά και την εθνική οικονομία.
Έχοντας πλήρη επίγνωση της δυναμικής του κλάδου, υπό την καθοδήγηση του περιφερειάρχη Θεσσαλίας, κ. Δημητρίου Κουρέτα, ως Περιφερειακή Αρχή θέσαμε κορυφαία προτεραιότητα την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα. Επενδύουμε στην ενίσχυση της αγροδιατροφής, των υποδομών, της καινοτομίας της συνεργασίας και της εξωστρέφειας, ενώ παράλληλα αξιοποιούμε κάθε διαθέσιμο χρηματοδοτικό εργαλείο. Στο πλαίσιο αυτό, υλοποιούνται προγράμματα προβολής και προώθησης αγροτικών προϊόντων και ενδεικτικά οι δράσεις «Επιχειρώ Έξυπνα στην Περιφέρεια Θεσσαλίας» και «Συμπράξεις Επιχειρήσεων της Περιφέρειας Θεσσαλίας με Ερευνητικούς Φορείς».
Το πραγματικό ζητούμενο για εμάς δεν είναι μόνο να προσελκύσουμε νέους ανθρώπους στον πρωτογενή τομέα, αλλά και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να παραμείνουν, να εξελιχθούν και να χτίσουν ένα βιώσιμο επαγγελματικό μέλλον στον τόπο τους. Αυτό απαιτεί ένα σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο που θα επιβραβεύει την ποιότητα, τη μεταποίηση, την εξωστρέφεια, την καινοτομία και τη συνεργασία.
Όπως έχει επισημάνει επανειλημμένα ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας, η ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση των ζημιών από τις διαδοχικές κρίσεις. Αφορά τη δημιουργία ενός νέου, ανθεκτικού και ανταγωνιστικού παραγωγικού μοντέλου που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για ολόκληρη τη χώρα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να οικοδομήσει ένα βιώσιμο αναπτυξιακό μέλλον με μια ύπαιθρο που ερημώνει και έναν πρωτογενή τομέα που συρρικνώνεται. Η ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής, της αγροδιατροφής και της ελληνικής περιφέρειας δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα πολιτική επιλογή. Αποτελεί μονόδρομο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, τη διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας, τη συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο και τη βιώσιμη ανάπτυξη των επόμενων γενεών.
ΠΗΓΗ eleftheria.gr
