Σφοδρή κριτική στις νέες ρυθμίσεις που προωθεί ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, για την «Πολεοδόμηση εγκαταλελειμμένων, μικρών και φθινόντων οικισμών – Παρεμβάσεις στον Κώδικα Χωροταξίας – Πολεοδομίας» ασκεί ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών, ζητώντας την απόσυρση των σχετικών διατάξεων. Οι ρυθμίσεις αφορούν όλη τη χώρα, με τον αριθμό των οικισμών, που είναι χαρακτηρισμένοι στάσιμοι ή φθίνοντες, να αγγίζει τους 6.500.
- Από τον Βασίλη Παπακωνσταντόπουλο
Σε παρέμβασή του ο ΣΕΠΟΧ σημειώνει πως το ΥΠΕΝ συνεχίζει την ίδια πολιτική προώθησης της συγκέντρωσης της γης και δημιουργίας προϋποθέσεων για την εκμετάλλευσή της από επενδύσεις μεγαλύτερης κλίμακας κεφαλαίου, καθώς και για την ικανοποίηση ομάδων πίεσης (συνεταιρισμών και άλλων ιδιωτικών φορέων).
«Η πολιτική αυτή μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική για τους μικρούς οικισμούς, στον βαθμό που οι οργανωμένες αναπτύξεις ανατρέπουν τη φυσιογνωμία τους και αλλοιώνουν τον χαρακτήρα τους, τις εκτάσεις που τους περιβάλλουν, την κλίμακα του δομημένου περιβάλλοντος και, γενικότερα, το τοπίο» υπογραμμίζει σε ανακοίνωσή του ο ΣΕΠΟΧ. Επισημαίνει πως το σχέδιο νόμου αναβιώνει το εργαλείο του ΕΣΠΕΡΑΑ -το Ειδικό Σχέδιο Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης που είχε εισαχθεί το 2014 στον «δασοκτόνο νόμο»-, το οποίο πλέον νοείται ως ειδικό πολεοδομικό σχέδιο.
Σύμφωνα με τον ΣΕΠΟΧ, επεκτείνεται και κανονικοποιείται όλο και περισσότερο η λογική του κατακερματισμού του χώρου και του σχεδιασμού του, αποδίδοντας προνόμια, ευνοϊκούς όρους και διευκολύνσεις σε συνεταιρισμούς και άλλους ιδιωτικούς φορείς. «Με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου το ΥΠΕΝ έρχεται να αποσαφηνίσει πλήρως την πολιτική και τις προθέσεις του για τη διαχείριση των οικισμών, οι οποίοι αποτελούν ένα τεράστιο πολιτιστικό και οικονομικό κεφάλαιο για τη χώρα. Το όραμα του ΥΠΕΝ για αυτόν τον εθνικό θησαυρό συνίσταται στην πλήρη αλλοίωση της κλίμακας και του χαρακτήρα του δομημένου περιβάλλοντος, αλλά και της περιβάλλουσας ζώνης με το να επιτρέπει νέες μεγάλες αναπτύξεις με νέες χρήσεις και όρους δόμησης μέσω ιδιωτικής πολεοδόμησης και του ειδικού εργαλείου των ΕΣΠΕΡΑΑ, το οποίο πλέον νοείται ως ΕΠΣ» αναφέρει ο σύλλογος.
Επισημαίνει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται οριζόντια οικισμοί με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. ορεινοί οικισμοί που έχουν καταρρεύσει δημογραφικά και νησιωτικοί οικισμοί που δέχονται τεράστιες πιέσεις ανάπτυξης, ενώ θα πρέπει να εξαιρούνται οικισμοί παραθεριστικής κατοικίας.
Επιβίωση αγροτικού χώρου
Ο ΣΕΠΟΧ εφιστά την προσοχή, τονίζοντας ότι τα θέματα της επιβίωσης του αγροτικού χώρου και της υπαίθρου είναι ιδιαίτερα κρίσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διαχείριση των οικισμών. Υποστηρίζει πως η «αναβίωση εγκαταλελειμμένων ή φθινόντων οικισμών» είναι αναγκαία και επιθυμητή, αλλά οι προωθούμενες πολιτικές για την επίτευξη αυτού του στόχου θα όφειλαν να συνδέονται με την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα, την τοπική ενδογενή ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος, της πολιτιστικής κληρονομιάς και του τοπίου, αντί να αντιμετωπίζονται ως πρόσθετο πεδίο κερδοσκοπίας για την οικιστική και την τουριστική ανάπτυξη και τον κλάδο της οικοδομής.
Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καταλήγουν σε απλές «επεκτάσεις» που θα εκμεταλλεύονται τα πλεονεκτήματα του υφιστάμενου οικισμού για την προσθήκη αξίας στις νέες αναπτύξεις. Συμπληρώνει πως το σχέδιο νόμου εμφανίζεται ως ένα πρόσχημα για νέες αναπτύξεις με τις ελάχιστες δυνατές δεσμεύσεις από την πλευρά του «επισπεύδοντος για την αναβίωση φορέα», δεδομένου ότι παραμένουν ανοιχτά μια σειρά ερωτήματα π.χ. σχετικά με τις υποχρεώσεις του τελευταίου για τη συντήρηση και την αναβίωση.
Εντονη κριτική στον κ. Παπασταύρου ασκεί και ο καθηγητής Πολεοδομίας του ΕΜΠ Νίκος Μπελαβίλας, σημειώνοντας πως στην πραγματικότητα προωθείται ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικής πολεοδόμησης σε περιοχές ιδιαίτερα υψηλού επενδυτικού ενδιαφέροντος. Εκτιμά ότι η ρύθμιση αφορά περίπου το 27% των νησιωτικών και ορεινών οικισμών της χώρας, κάνοντας λόγο για λεηλασία της χώρας και εξόρυξη πλούτου από τους πολλούς προς όφελος των λίγων.
«Οι φθίνοντες ή εγκαταλελειμμένοι οικισμοί είναι κατά κανόνα προϋφιστάμενοι του 1923, γεγονός που σημαίνει ότι θεωρούνται ήδη πολεοδομικά νόμιμοι και διαθέτουν δυνατότητα οικοδόμησης. Επομένως, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αποσκοπεί στην αξιοποίηση των ίδιων των οικισμών, αλλά ουσιαστικά επιτρέπει τη δόμηση εκτός των ορίων τους, παρακάμπτοντας ευθέως τους περιορισμούς που έχει επανειλημμένα θέσει η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας» αναφέρει σε ανάρτησή του ο κ. Μπελαβίλας.
