Ενας αριθμός από μόνος του δεν αρκεί για να σημάνει συναγερμό. Οταν, όμως, πολλοί αριθμοί αρχίζουν να κινούνται ταυτόχρονα προς τη λάθος κατεύθυνση, τότε αξίζει να κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026 το ταμειακό αποτέλεσμα της κεντρικής διοίκησης παρουσίασε έλλειμμα 4,625 δισ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 1,723 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Πρόκειται για μεταβολή μεγαλύτερη των 6,3 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο. Την ίδια περίοδο οι δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού αυξήθηκαν στα 47,313 δισ. ευρώ, από 42,189 δισ. ευρώ πέρυσι. Δηλαδή 5,124 δισ. ευρώ περισσότερα. Και έτσι γεννάται η εύλογη απορία πόσο ακριβότερο έγινε πραγματικά το ίδιο το κράτος;
Το εντυπωσιακό +5,1 δισ. ευρώ δεν μπορεί να μεταφραστεί αυτομάτως σε «5,1 δισ. ευρώ μεγαλύτερο λειτουργικό κράτος». Μέσα στις κρατικές πληρωμές βρίσκονται επενδύσεις, μεταβιβάσεις, κοινωνικές δαπάνες, πληρωμές προς το σύστημα υγείας, καθώς και χρονικές μετατοπίσεις δαπανών.
Στο επτάμηνο, για παράδειγμα, οι επενδυτικές πληρωμές ήταν ήδη αυξημένες κατά περίπου 1,47 δισ. ευρώ έναντι του 2025. Αρα, ένα σημαντικό τμήμα της αύξησης δεν αφορά μισθούς υπουργείων, προμήθειες ή καθημερινή διοικητική λειτουργία, αλλά επενδυτική δραστηριότητα.
Και αυτό είναι κρίσιμο, γιατί άλλο πράγμα είναι ένα κράτος που ξοδεύει περισσότερο επειδή κατασκευάζει υποδομές και απορροφά ευρωπαϊκούς πόρους και τελείως διαφορετικό ένα κράτος που χρειάζεται κάθε χρόνο όλο και περισσότερα χρήματα απλώς για να λειτουργήσει.
Αυτό το δεύτερο νούμερο δεν το γνωρίζουμε, πάντως, ακόμη με βεβαιότητα. Για να βρεθεί, πρέπει να απομονωθούν μισθοδοσία, αγορές αγαθών και υπηρεσιών, διοικητικό κόστος, λειτουργικές επιχορηγήσεις και οι υπόλοιπες επαναλαμβανόμενες δαπάνες του κρατικού μηχανισμού. Ακριβώς εκεί βρίσκεται το πραγματικό τεστ. Γιατί, αν αποδειχθεί ότι το καθαρό λειτουργικό κόστος αυξάνεται ταχύτερα και σε μόνιμη βάση, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ένας κακός μήνας ή ένας λογιστικός ετεροχρονισμός. Θα είναι δομικό.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή ο Κρατικός Προϋπολογισμός εξακολουθεί να καταγράφει σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα. Αρα τα 4,625 δισ. ευρώ του ταμειακού ελλείμματος δεν είναι συνώνυμα δημοσιονομικής κατάρρευσης. Το ταμειακό αποτέλεσμα της Τραπέζης της Ελλάδος και το πρωτογενές αποτέλεσμα του Κρατικού Προϋπολογισμού μετρούν διαφορετικά πράγματα. Υπάρχουν διαφορετικές λογιστικές βάσεις, τόκοι, μεταβιβάσεις και χρονικές αποκλίσεις πληρωμών. Αυτό σημαίνει ότι το «τρύπα 4,6 δισ. ευρώ» από μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπέρασμα. Αλλά σημαίνει επίσης κάτι άλλο: το γεγονός ότι δεν έχουμε κρίση σήμερα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια για αύριο.
Εδώ μπαίνει η διεθνής κατάσταση. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα επιβραδυνθεί περίπου στο 1,8% το 2026, καθώς οι υψηλότερες ενεργειακές τιμές και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση πιέζουν κατανάλωση και τουρισμό.
Παράλληλα, οι κίνδυνοι θεωρούνται κυρίως καθοδικοί. Μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση μπορεί να χτυπήσει ταυτόχρονα ενέργεια, τουρισμό, ναυτιλία, εξαγωγές, επενδύσεις και κόστος δανεισμού. Και αυτό ακριβώς είναι το περιβάλλον στο οποίο ένα υψηλότερο μόνιμο λειτουργικό κόστος του Δημοσίου γίνεται πολύ πιο επικίνδυνο.
Σε μια οικονομία που αναπτύσσεται γρήγορα, τα αυξανόμενα κρατικά έξοδα μπορούν ευκολότερα να απορροφηθούν. Αν, όμως, η ανάπτυξη επιβραδύνεται, ενώ παράλληλα αυξάνονται ενεργειακά κόστη, κοινωνικές ανάγκες και δαπάνες στήριξης, τότε το περιθώριο στενεύει.
Το πραγματικά ανησυχητικό σενάριο, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί αναλυτές, δεν είναι το σημερινό έλλειμμα των 4,625 δισ. ευρώ από μόνο του. Είναι να συνδυαστούν σταθερά υψηλότερες επαναλαμβανόμενες κρατικές δαπάνες, χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης και ένας εξωτερικός ενεργειακός ή γεωπολιτικός κλυδωνισμός που θα αναγκάσει το κράτος να ξανανοίξει το πορτοφόλι για επιδοτήσεις και στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Τότε η εξίσωση αλλάζει. Γιατί τα πρόσθετα έξοδα παύουν να είναι προσωρινά και αρχίζουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους: μισθοί, υγεία, συντάξεις, άμυνα, ενέργεια, κοινωνικές ενισχύσεις, επενδύσεις και εξυπηρέτηση χρέους.
Και όσο περισσότερες από αυτές τις δαπάνες γίνονται μόνιμες τόσο μικρότερο είναι το δημοσιονομικό «μαξιλάρι» για την επόμενη κρίση.
Θα ήταν πρόωρο να κάνει κανείς ασφαλείς προβλέψεις. Το ΔΝΤ εξακολουθεί να περιγράφει τη δημοσιονομική θέση της Ελλάδας ως σημαντικά ισχυρότερη σε σχέση με το παρελθόν, επισημαίνει τη γρήγορη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει υψηλό. Υπάρχει συνεπώς πραγματικό δημοσιονομικό απόθεμα αντοχής. Ομως, το ίδιο το Ταμείο επισημαίνει ταυτόχρονα αδύναμα σημεία: χαμηλή παραγωγικότητα, δημογραφική πίεση, επενδυτικό κενό, ευάλωτα νοικοκυριά και επίμονο εξωτερικό έλλειμμα. Και μετά το τέλος της μεγάλης ώθησης του Ταμείου Ανάκαμψης, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο: ποιος θα κρατήσει ψηλά την ανάπτυξη όταν τα ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια αρχίσουν να μειώνονται; Με τα σημερινά στοιχεία η απάντηση είναι ότι ηχεί μια δυνατή καμπάνα για τον κίνδυνο να αποδειχθεί ότι όντως το αφήγημα της οικονομικής επιτυχίας έχει πήλινα πόδια.
Εκρηκτικό μείγμα οι υποχρεώσεις και η στάσιμη ανάπτυξη
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η περίοδος κατά την οποία η ανάπτυξη, τα αυξημένα φορολογικά έσοδα και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης απορροφούσαν ευκολότερα τις πιέσεις στις δαπάνες μπορεί να πλησιάζει στο τέλος της. Και αυτό κάνει ένα συγκεκριμένο νούμερο πολύ πιο σημαντικό από τα 4,625 δισ. ευρώ του ταμειακού ελλείμματος: την πραγματική αύξηση του μόνιμου κόστους λειτουργίας του κράτους. Αν αυτή αποδειχθεί περιορισμένη, το σημερινό επεισόδιο πιθανότατα θα αποδειχθεί περισσότερο λογιστικό και συγκυριακό παρά δομικό. Αν όμως αποδειχθεί ότι μισθοί, προμήθειες, υπηρεσίες και μόνιμες μεταβιβάσεις έχουν πάρει σταθερά την ανηφόρα, τότε η εικόνα αλλάζει. Το πραγματικό πρόβλημα δεν εμφανίζεται όταν μια οικονομία έχει λεφτά. Εμφανίζεται όταν έχει δημιουργήσει μόνιμες υποχρεώσεις και ξαφνικά σταματήσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα για να τις χρηματοδοτεί με την ίδια άνεση. Και με την ενέργεια, τις γεωπολιτικές εντάσεις και την παγκόσμια αβεβαιότητα να αυξάνονται, αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο οικονομικό ερώτημα που κρύβεται πίσω από τα 4,6 δισ. ευρώ.
