Πεθαίνει ένας τραγουδιστής, όπως ο Γιώργος Μαζωνάκης, και γενικότερα καλλιτέχνης ή επιφανής του δημόσιου βίου και σχηματίζεται η εντύπωση ότι το πλήθος θρηνεί μόνο για το πρόσωπο. Πίσω, ωστόσο, από το απατηλά προφανές κρύβεται η ουσία. Η κοινωνία ως ενοποιημένο σώμα θρηνεί για το πρότυπο, το ένα και μοναδικό, που εθραύσθη. Το καλούπι, το μοναδικό που μας προπλάθει, σπάει και η μονάς περνά στο άφθαρτο, μεταθανάτιο πεδίο, στην άλλη ζωή. Ούτως απόλλυται το πρότυπο ενός ανεπανάληπτου φαινομένου, που είναι καθένας από εμάς. Ομως, πίσω και πάνω από το πρότυπο μένουν οι αξίες που εκπροσωπεί. Το αγαθό, η καλοσύνη, ο ανθρωπισμός, η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, η συμπόνια. «Καλό παιδί» αναφέρουν για τον Γιώργο Μαζωνάκη όσοι τον μνημονεύουν με αγάπη. Πρώτη ανάμνηση, το «καλό παιδί» κι έπειτα η πανθομολογούμενη δεξιότητά του στην ερμηνεία τραγουδιών.
Τι έχει οδηγήσει, όμως, εκεί; Πώς διαμορφώνεται έτσι η συλλογική συνείδηση; Είναι πλάνη να υποθέσουμε ότι αυτή η συνείδηση προέκυψε ως αποτέλεσμα αφηρημένων ιδεολογικών διακηρύξεων ή ορθολογικών θεσμικών διευθετήσεων. Στο πεδίο της κοινωνικής πραγματικότητας η συλλογική συμπεριφορά καθορίζεται από τη συγκινησιακή και υπαρξιακή βαρύτητα των μορφών που δεσπόζουν στη δημόσια σφαίρα.
Η προβολή ενός πολιτικού, ενός αθλητή ή ενός καλλιτέχνη ξεπερνά την απλή παράθεση ατομικών επιτευγμάτων. Στην ουσία αποτελεί μια έμμεση, πλην αποτελεσματική, προτροπή σε μίμηση. Η κοινωνία, ως οργανική ολότητα, έλκεται μαγνητικά από ό,τι της παρουσιάζεται ως ιδεατό, ενσωματώνοντας τους όρους και τις αξίες των προβαλλόμενων υποδειγμάτων.
Στη συνάρτηση αυτή η ιστορική επιβίωση ενός έθνους εξαρτάται μεν από την ένσαρκο διάστασή του (να υπάρχει λαός για να εκπροσωπεί το έθνος) και την υλικοτεχνική του επάρκεια, αλλά κυρίως από τη σταθερή του προσήλωση στην αρετή. Και η λέξη αρετή ορίζεται ως μια άσκηση αλήθειας, κοινού τρόπου και ορθής πράξης.
Η επιλογή του αγαθού είναι γνήσια όταν είναι ελεύθερη. Οταν παύσει να επιβάλλεται. Οταν έχει καταστεί «δεύτερη φύση», ενστικτώδης αντίδραση του πολίτη στα εξωτερικά ερεθίσματα. Τότε και μόνον τότε το συλλογικό σώμα αποκτά εσωτερική συνοχή.
Η αναγκαιότητα αυτή είναι δραματικά επείγουσα για τον σύγχρονο Ελληνισμό. Ευρισκόμενος στο διαρκές μεταίχμιο μεταξύ μιας ανολοκλήρωτης νεωτερικότητας και της πολεμικής που γίνεται από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης στις παραδοσιακές συλλογικές σταθερές, ο ελληνικός βίος υποφέρει από την έλλειψη «καλών κ’ αγαθών» προτύπων. Η επικράτηση του εφήμερου, του δικαιωματικού ατομικισμού και του καταναλωτικού ηδονισμού έχει μετατοπίσει το συλλογικό ενδιαφέρον προς τα κάτω.
Για να κατανοήσουμε τη δυναμική αυτής της παρακμής αλλά και τη δυνατότητα υπέρβασής της, οφείλουμε να ανατρέξουμε στον πυρήνα της αρχαιοελληνικής ψυχολογίας, πολιτικής φιλοσοφίας και καθημερινότητας.
Το ήθος που επιτυγχάνεται με βιωματική άσκηση μέχρι να γίνει εθισμός στο καλό το περιγράφει ιδανικά ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια» (1103b, 23-25): «Οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν».
«Δεν έχει, λοιπόν, μικρή σημασία το να συνηθίζει κανείς έτσι ή αλλιώς ήδη από τη νεαρή του ηλικία, αλλά τεράστια, ή μάλλον καθορίζει το παν».
Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος συμπυκνώνει εδώ το μέγιστο παιδαγωγικό στοίχημα. Στην παιδική ηλικία κρίνεται το παρόν και το μέλλον. Κρίνονται όλα. Γι’ αυτό, η εκπαίδευση και η μεταβίβαση χρησιμοθηρικών πληροφοριών πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν δύο παράλληλα σύμπαντα που συναντώνται αλλά δεν ταυτίζονται. Εκπαίδευση σημαίνει χάραξη καλών έξεων στην εύπλαστη συνείδηση των νέων. Η πρωτογενής εμπειρία, τα ακούσματα και τα ορατά πρότυπα της νεότητας διαμορφώνουν αμετάκλητα τον ψυχικό χάρτη του ανθρώπου. Αν η παιδεία αποτύχει να εθίσει τον νέο στο αγαθό, η μεταγενέστερη νομική ή θεσμική επιβολή θα παραμείνει ένα εξωτερικό, ανίσχυρο περίβλημα. Τσόφλι αδειανό που θα σπάσει εύκολα.
Εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα. Ποιο είναι το κριτήριο του ορθού; Πώς το μετράμε; Ο Αριστοτέλης απαντά ότι το μέτρο είναι ο σπουδαίος άνθρωπος. Στα «Ηθικά Νικομάχεια» (1113a, 29-33) γράφει:
«Διαφέρει γὰρ ἴσως πλεῖστον ὁ σπουδαῖος τῷ τἀληθὲς ἐν ἑκάστοις ὁρᾶν, ὥσπερ κανὼν καὶ μέτρον αὐτῶν ὤν».
«Διότι ο σπουδαίος άνθρωπος διαφέρει ίσως περισσότερο από όλους στο ότι βλέπει την αλήθεια σε κάθε πράγμα, όντας ο ίδιος σαν κανόνας και μέτρο τους».
Ο «σπουδαίος άνθρωπος» δεν επιβάλλει την αλήθεια δογματικά. Την ενσαρκώνει. Γίνεται ο ίδιος το ζωντανό μέτρο της κοινωνικής πραγματικότητας. Η αλήθεια των πραγμάτων αποκαλύπτεται μέσα από τη δική του καθαρή ματιά και τη δική του στάση ζωής.
Η θεσμική οργάνωση μιας πολιτείας, όσο άρτια κι αν σχεδιαστεί στα χαρτιά, αποκλείεται να εμπνεύσει αν στερείται ζωντανού υποδείγματος. Ο Ξενοφών, στην «Κύρου Παιδεία» (Βιβλίο 8, Κεφάλαιο 1, Χωρίο 22), διασώζει την ουσιώδη διάκριση:
«Αἰσθάνεσθαι μὲν γὰρ ἐδόκει καὶ διὰ τοὺς γραφομένους νόμους βελτίους γιγνομένους ἀνθρώπους· τὸν δὲ ἀγαθὸν ἄρχοντα βλέποντα νόμον ἀνθρώποις ἐνόμισεν, ὅτι καὶ τάττειν ἱκανός ἐστι καὶ ὁρᾶν τὸν ἀτακτοῦντα καὶ κολάζειν».
«Διότι θεωρούσε ότι οι άνθρωποι γίνονται μεν καλύτεροι και εξαιτίας των γραπτών νόμων, αλλά τον αγαθό ηγέτη τον θεώρησε (σ.σ.: ο Κύρος) ως ζωντανό νόμο για τους ανθρώπους, επειδή είναι ικανός και να επιβάλλει την τάξη και να βλέπει αυτόν που ατακτεί και να τον τιμωρεί».
Ο γραπτός νόμος ορίζει τα όρια της εκτροπής, αλλά ο «βλέπων νόμος», ο ηγέτης που ακτινοβολεί ήθος, μεταμορφώνει τον ψυχισμό των αρχομένων. Η παρουσία του λειτουργεί συνεκτικά, καθώς η εξουσία του δεν βασίζεται στον καταναγκασμό, αλλά στην αναγνώριση της αυθεντικότητάς του.
Η ψυχολογική μηχανική της μίμησης αγγίζει τα δομικά στοιχεία της ανθρώπινης βούλησης. Ο Πλούταρχος, στους «Βίους Παράλληλους» (Περικλής, 2.4), διατυπώνει την πιο διεισδυτική παρατήρηση για την επίδραση του κάλλους και της αρετής:
«Τὸ γὰρ καλὸν ἐφ’ αὑτὸ πρακτικῶς κινεῖ καὶ πρακτικὴν εὐθὺς ὁρμὴν ἐντίθησιν, ἠθοποιοῦν οὐ τῇ μιμήσει τὸν θεατήν, ἀλλὰ τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἔργου τὴν προαίρεσιν παρεχόμενον».
«Διότι το ωραίο και ενάρετο παρακινεί από μόνο του άμεσα προς τη δράση και εμφυσά αμέσως την ορμή για πράξη. Διαμορφώνει το ήθος του θεατή όχι απλώς μέσω της μίμησης, αλλά παρέχοντας την ηθική απόφαση μέσω της γνώσης του επιτεύγματος».
Για τον σύγχρονο Ελληνισμό, η συνειδητοποίηση των παραπάνω αληθειών αποτελεί όρο επιβίωσης. Η δημόσια σφαίρα, η οποία στις ημέρες μας κατακλύζεται από πρότυπα μηδενισμού, αμετροέπειας και εύκολου πλουτισμού, προτρέπει την κοινωνία να εκμαυλιστεί. Δηλαδή, να αποσυντεθεί, να πεθάνει. Η αναστροφή αυτής της πορείας περνά υποχρεωτικά πρώτα από την οικογένεια κι έπειτα από την εκπαίδευση.
Οφείλουμε να προβάλουμε εκ νέου στην ελληνική νεολαία όσα πρότυπα ενσαρκώνουν την ανιδιοτέλεια, το μέτρο, την πνευματική λεβεντιά και την προσφορά στο κοινό καλό. Οταν η θέαση του αγαθού γεννήσει ξανά στην ψυχή των νέων την «πρακτικήν ορμήν», θα μπορέσει το έθνος να εκπληρώσει την αποστολή του, που είναι, σύμφωνα με τον Περικλή Γιαννόπουλο, ο εξανθρωπισμός της ανθρωπότητας.

