-Eνας γάμος από τα παλιά
Με αφορμή τις ραγδαίες εξελίξεις στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου το όνομα της Φωτεινής Αραμπατζή εμπλέκεται στη μία από τις δικογραφίες που διαβιβάστηκαν στη Βουλή, κάποιοι άνοιξαν ξανά τα «αλμπουμ» του πολιτικού παρελθόντος. Και βρήκαν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φωτογραφία: τον γάμο της τον Φεβρουάριο του 2001 με τον τότε υπουργό και γνωστό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Γιάννη Μαγκριώτη.
Μάλιστα, η τελετή στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας λαμπερής «πολιτικής» εκδήλωσης και είχε θεωρηθεί ο «γάμος της χρονιάς», καθώς η εκκλησία γέμισε ασφυκτικά, η νύφη -κόρη παλαιού εκδότη από τις Σέρρες- έφτασε με μικρή καθυστέρηση συνοδευόμενη από τον πατέρα της, ενώ ο γαμπρός αναγκάστηκε να πάρει μικρόφωνο για να ευχαριστήσει τους καλεσμένους.
Επιπλέον, οι κουμπάροι του ζεύγους δεν ήταν τυχαία πρόσωπα. Hταν δύο από τα πιο κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής, ο A. Τσοχατζόπουλος (υπουργός Εθνικής Αμυνας τότε) και ο Κ. Λαλιώτης, υπουργός ΠΕΧΩΔΕ. Ο πρώτος άλλαξε τα στέφανα και ο δεύτερος τις βέρες, ενώ μετά τον γάμο έγινε χλιδάτη δεξίωση στο «Μακεδονία Παλάς», όπου έδωσαν το «παρών», εκτός από τους κουμπάρους, και άλλοι υπουργοί και βουλευτές του ΠΑΣΟΚ.
Το ζευγάρι χώρισε το 2011, όταν ο Γ. Μαγκριώτης ήταν υφυπουργός Υποδομών στην κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου. Το 2012 δεν επανεξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης. Στις εκλογές εκείνες, όμως, έθεσε υποψηφιότητα με τη Ν.Δ. και εξελέγη βουλευτής Σερρών η Φ. Αραμπατζή, η οποία μετά το 2019 ανέλαβε και υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης έως τον Αύγουστο του 2021, περίοδο για την οποία ελέγχεται τώρα με βάση τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
-Απειλεί και με δύο βίντεο για τις υποκλοπές
Ενώ έγινε γνωστό ότι ορίστηκε για τις 11 Δεκεμβρίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας η δίκη σε δεύτερο βαθμό των τεσσάρων επιχειρηματιών που είχαν καταδικαστεί πρωτοδίκως σε πολυετείς ποινές φυλάκισης για την υπόθεση των υποκλοπών, το σχετικό σίριαλ καλά κρατεί. Στη σελίδα 16, μάλιστα, μπορείτε να διαβάσετε ένα πολύ κατατοπιστικό ρεπορτάζ της «κυριακάτικης δημοκρατίας» για το παρασκήνιο που συνεχίζει να εκτυλίσσεται.
Αυτό για το οποίο με ενημερώνουν, πάντως, οι δικές μου πηγές είναι ότι το καυτό «υλικό», το οποίο επισείει ο Ταλ Ντίλιαν, δεν περιέχει μόνο έγγραφα. Ούτε μόνο e-mails, τα οποία δεν φαίνεται να είναι και λίγα, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν (καθ’ υπερβολήν ή όχι, δεν γνωρίζω) ότι ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες – μπορεί και στις 2.000; Το «οπλοστάσιο» του ιδρυτή της Intellexa περιλαμβάνει, κατά τους ίδιους κακόγλωσσους, και δύο βίντεο τουλάχιστον, ένα εκ των οποίων λέγεται ότι έχει «τραβηχτεί» εντός της ΕΥΠ. Τι από όλα αυτά έχει βάση και τι όχι δεν μπορεί προφανώς να το πει κανείς με βεβαιότητα, καθώς φαίνεται ότι το παιχνίδι των απειλών έχει χοντρυνει πολύ ύστερα από την απόφαση του μονομελούς δικαστηρίου.
Και την ίδια ώρα, το θέμα της «επιχείρησης παραγραφής», λόγω παρέλευσης πενταετίας, για μεγάλο αριθμό αδικημάτων μέσω του Predator -μεταξύ των οποίων και της κατασκοπίας– ώστε να περιοριστούν οι «εκκρεμότητες», είναι βέβαιο ότι μετά το Πάσχα θα τεθεί εκ νέου επί τάπητος.
-Τα διδάγματα του Ντε Γκολ
Σήμερα, σε μια εποχή όπου η «γαλάζια» εξουσία του κ. Μητσοτάκη και των συν αυτώ συχνά ταυτίζεται με προνόμια, ακριβές «παροχές», γκρίζες δαπάνες, ακριβούς συμβούλους και σπατάλες δημόσιου χρήματος που προκαλούν οργή στους πολίτες, αρκετοί θυμίζουν την ιστορία του Σαρλ ντε Γκολ, που λειτουργεί σαν σκληρό κατηγορητήριο.
Οταν ήταν πρόεδρος της Γαλλίας (1959-1969), ο «Γενικός» πίστευε -και το αποδείκνυε- ότι το δημόσιο χρήμα ήταν ιερό και απαραβίαστο. Στο Μέγαρο των Ηλυσίων ήταν αδιανόητο το κράτος να καλύπτει ακόμα και την πιο μικρή προσωπική δαπάνη της οικογένειάς του, ενώ η σύζυγός του, Ιβόν, λέγεται ότι κρατούσε ένα μικρό σημειωματάριο και κατέγραφε σχολαστικά όλα τα έξοδα του νοικοκυριού: ηλεκτρικό, τρόφιμα, ρούχα, ακόμα και το σαπούνι.
Αν και με τον χρόνο, μάλιστα, έχουν πάρει διαστάσεις αστικού θρύλου ορισμένες λεπτομέρειες, όπως ότι κάθε μήνα το ζευγάρι έστελνε επιταγή στο δημόσιο ταμείο για να αποπληρώσει αυτά τα ιδιωτικά έξοδα, είναι ιστορικά τεκμηριωμένο πως όταν ένας λογιστής τής είπε ότι «δεν ήταν απαραίτητο», εκείνη απάντησε με αποφασιστικότητα: «Ο,τι δεν είναι δημόσιο είναι ιδιωτικό· και ό,τι είναι ιδιωτικό είναι δική μας ευθύνη να το πληρώσουμε».
Τα παιδιά και τα εγγόνια τους απαγορευόταν να χρησιμοποιούν τα επίσημα αυτοκίνητα για προσωπικές μετακινήσεις, ο ίδιος ο Ντε Γκολ πλήρωνε από την τσέπη του ακόμα και τα οικογενειακά γεύματα και τα μικροέξοδα στο παλάτι, ενώ είχε επιλέξει να ζει αποκλειστικά από τη σύνταξη του στρατηγού, αρνούμενος ουσιαστικά τον προεδρικό μισθό. Κι όταν πέθανε το 1970, δεν άφησε καμία σημαντική περιουσία – μόνο το σπίτι στο Colombey-les-Deux-Églises που είχε αγοράσει πριν από τον πόλεμο.
Από τη στήλη «Ερατοσθένης» της «Δημοκρατίας»



