Η Ελλάδα μας έχει μετατραπεί σε μια αρένα επιβίωσης και η στέγη, ένα εφιαλτικό προνόμιο για λίγους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΦΙΜ, η χώρα μας έχει παραδοθεί αμαχητί σε μια «στεγαστική πολιορκία», καταλαμβάνοντας τη θλιβερή δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στον ρυθμό αύξησης των ενοικίων. Με ένα τρομακτικό άλμα 10,1%, τρέχουμε με τριπλάσια ταχύτητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (3,2%), αφήνοντας πίσω μας παραδοσιακά ακριβές οικονομίες και βλέποντας μόνο την πλάτη της Κροατίας.
Στην πρωτεύουσα, η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε λογική, θυμίζοντας κοινωνική αποσύνθεση. Το κόστος ζωής είναι μαθηματικά αδύνατο. Για ένα ταπεινό διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου, ο ενοικιαστής καλείται να θυσιάσει το 70,2% του μέσου μισθού του, ενώ αν τολμήσει να αναζητήσει σπίτι με δύο υπνοδωμάτια, το κόστος εκτινάσσεται στο εξωπραγματικό 93,6%.
Ουσιαστικά, ο Έλληνας εργαζόμενος δουλεύει αποκλειστικά για να πληρώνει έναν τοίχο και ένα ταβάνι, την ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό σπανίως ξεπερνά το 45%.
Η μελέτη αποκαλύπτει μια ενορχηστρωμένη αποτυχία που οδήγησε στο σημερινό «τρένο του τρόμου». Η επέλαση του Airbnb που εξαφάνισε τα σπίτια από τον χάρτη, το οικοδομικό κενό της κρίσης και η πίεση της Golden Visa δημιούργησαν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Από το 2017, οι τιμές πώλησης στην Αθήνα έχουν εκτοξευθεί κατά 86%, συμπαρασύροντας τα ενοίκια σε μια αχαλίνωτη πορεία που την τελευταία τριετία αγγίζει το +40%.
Όταν το ενοίκιο αυξάνεται με ρυθμό 10% ετησίως πολλαπλάσιο του πληθωρισμού και η στέγαση μετατρέπεται σε «υπ’ αριθμόν ένα» κοινωνικό καρκίνωμα, η Δημοκρατία οφείλει να απαντήσει. Η πλήρης αποσύνδεση των μισθών από την πραγματικότητα της αγοράς είναι η υπογραφή της φτωχοποίησης για μια ολόκληρη γενιά.



