Μνημείο που για αιώνες υπήρξε τόπος συνάντησης, καθημερινότητας και κοινωνικής ζωής στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, το Μπέη Χαμάμ άνοιξε εκ νέου τις πύλες του ως σύγχρονος χώρος πολιτισμού.
Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο οθωμανικό λουτρικό συγκρότημα στα Βαλκάνια παραδόθηκε επισήμως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασής του, σηματοδοτώντας μια νέα περίοδο για ένα από τα πλέον σημαίνοντα μνημεία της πόλης. Η αποκατάσταση του μνημείου εντάσσεται στη συνολική προσπάθεια ανάδειξης του πολιτιστικού αποθέματος της Θεσσαλονίκης και επαναφέρει στο αστικό τοπίο έναν χώρο με ισχυρό ιστορικό και συμβολικό φορτίο.
Το Μπέη Χαμάμ, γνωστό επί δεκαετίες στους Θεσσαλονικείς ως «Λουτρά Παράδεισος», αποτελεί το πρώτο δημόσιο κτίριο που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την οριστική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1430. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή στην είσοδο, ανεγέρθηκε το 1444 από τον Μουράτ Β’ και αποτελεί το παλαιότερο οθωμανικό λουτρό της πόλης και ένα από τα σημαντικότερα στα Βαλκάνια. Οπως επισήμανε κατά την εκδήλωση η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, «τα μνημεία είναι ζωντανοί οργανισμοί, οι οποίοι κάποια στιγμή χρειάζονται θεραπεία προκειμένου να ζήσουν για πολλά χρόνια ακόμη. Τα Λουτρά Παράδεισος μπορεί να μη λειτουργούν ως λουτρά, αλλά να ευχηθούμε να λειτουργούν ως παράδεισος».
Η Λίνα Μενδώνη, εγκαινιάζοντας το έργο, τόνισε επιπροσθέτως: «Επενδύουμε συστηματικά στην ανάδειξη της πολυεπίπεδης ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης, δημιουργώντας πολιτιστικές διαδρομές που συνδέουν τα βυζαντινά, οθωμανικά και νεότερα μνημεία της σε ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο. Η πολιτιστική πολιτική δεν περιορίζεται στην αποκατάσταση ενός μνημείου. Στόχος μας είναι τα μνημεία να αποκτούν ξανά ζωή, να γίνονται προσβάσιμα και οικεία στους πολίτες και να λειτουργούν ως ζωντανοί χώροι πολιτισμού, γνώσης και δημιουργίας».
Σημειώνεται ότι το Μπέη Χαμάμ, επί της οδού Εγνατίας, είναι συγκρίσιμο μόνο με αντίστοιχα λουτρικά συγκροτήματα των πρωτευουσών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για το πρώτο δημόσιο κτίριο που ανεγέρθηκε στην πόλη, μετά την οριστική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1430, εν έτει 1444, από τον σουλτάνο Μουράτ Β’. Για πέντε αιώνες βρισκόταν στον πυρήνα της κοινωνικής και εμπορικής ζωής της Θεσσαλονίκης.
Το μνημείο είναι δίδυμο λουτρό, με διακριτά ανδρικό και γυναικείο τμήμα, τα οποία αναπτύσσονται παράλληλως, χωρίς να επικοινωνούν. Κάθε ενότητα ακολουθεί την τυπική διάταξη των οθωμανικών λουτρών, με ψυχρό, χλιαρό και θερμό χώρο, καθώς και επιμέρους βοηθητικά δωμάτια. Στους ψυχρούς χώρους διατηρούνται νεότεροι εσωτερικοί εξώστες, όπου είχαν διαμορφωθεί αποδυτήρια. Ο χώρος, μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος, πέρασε σε ιδιώτες και συνέχισε να λειτουργεί ως λουτρό έως το 1968. Το 1972 απαλλοτριώθηκε από το Δημόσιο και έκτοτε χρησιμοποιήθηκε για εκθέσεις και πολιτιστικές δράσεις.
