Το υπουργείο Πολιτισμού προχωρεί το συνολικό έργο της ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου και της βελτίωσης των υποδομών προσβασιμότητας στην Αρχαία Αγορά, με επεμβάσεις στον νοτιοανατολικό ναό και στην Οδό των Παναθηναίων, με στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας του μνημείου.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε σχετικώς ότι ο «ναός, που χρονολογείται στο α΄ μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., αποτελεί σημαντικό στοιχείο της νοτιοανατολικής ενότητας της Αρχαίας Αγοράς. Στην αρχαιότητα, η θέση του, σε άμεση σχέση με την Οδό των Παναθηναίων, του προσέδιδε έντονη οπτική παρουσία. Το μνημείο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της επαναχρησιμοποίησης αρχιτεκτονικών μελών από τον ναό της Αθηνάς του Σουνίου, στοιχείο που αναδεικνύει πρακτικές ανακύκλωσης υλικών στη ρωμαϊκή περίοδο».
Η κυρία Μενδώνη εξήγησε ότι «παρά τις σημαντικές φθορές που υπέστη, κυρίως μετά την επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ., διατηρούνται επαρκή κατάλοιπα του οικοδομήματος, που επιτρέπουν την τεκμηριωμένη αποκατάσταση της κάτοψής του. Η προτεινόμενη επέμβαση φιλοδοξεί να αποδώσει στον νοτιοανατολικό ναό τη θέση που του αρμόζει στον αρχαιολογικό χώρο, καθιστώντας τον ευανάγνωστο και λειτουργικά ενταγμένο στο σύνολο της Αρχαίας Αγοράς. Η βελτίωση της αναγνωσιμότητας του ναού επιτυγχάνεται με την αποκατάσταση τμημάτων του πρόναου και του σηκού, την ενοποίηση και ανάδειξη των διάσπαρτων μελών, την οργανική επανασύνδεσή του με την Οδό των Παναθηναίων αλλά και με τα όμορα μνημεία. Συγχρόνως ενισχύονται η βιώσιμη διαχείριση του χώρου και η ισότιμη πρόσβαση σε όλους, συμβάλλοντας στη συνολική αναβάθμιση της εμπειρίας του επισκέπτη».
Ο νοτιοανατολικός ναός αποκαλύφθηκε το 1959, κατά τις εργασίες διαμόρφωσης της νότιας εισόδου του αρχαιολογικού χώρου, με σκοπό τη σύνδεσή του με την Ακρόπολη διά της αρχαίας Οδού των Παναθηναίων. Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ. στα δυτικά του ναού ανεγέρθηκε Νυμφαίο. Παρά τις καταστροφές, τα σωζόμενα τμήματα των θεμελίων του επιτρέπουν την ασφαλή αποκατάσταση της κάτοψής του, ενώ αρχιτεκτονικά μέλη στον αρχαιολογικό χώρο δίνουν επαρκείς πληροφορίες για την ανωδομή του. Ο αρχιτέκτων Γουίλιαμ Μπελ Ντίνσμουρ Τζούνιορ απέδωσε στον νοτιοανατολικό ναό μια σειρά αρχιτεκτονικών μελών από μάρμαρο λατομείου της Αγριλέζης, που προέρχονται από τον κλασικό ναό της Αθηνάς του Σουνίου, που χρονολογείται στο α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ., και βρέθηκαν εντοιχισμένα στο υστερορωμαϊκό τείχος ή σε μεταγενέστερα αρχαιολογικά στρώματα στην ευρύτερη περιοχή. Τα μέλη αυτά είχαν μεταφερθεί από το Σούνιο στην Αγορά περί τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ.. Από τους 23 κίονες του κλασικού ναού της Σουνιάδος Αθηνάς, τουλάχιστον οι δώδεκα επαναχρησιμοποιήθηκαν στον νοτιοανατολικό ναό. Ο ναός παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα αναγνωσιμότητας και προσβασιμότητας, καθώς τμήμα του καλύπτεται από τη διαδρομή των επισκεπτών. Η κάτοψή του παραμένει ασαφής, ενώ τα αρχιτεκτονικά μέλη και τα θραύσματα του λατρευτικού αγάλματος είναι διάσπαρτα.

