Οι επικεφαλής της πολιτικής σκηνής de facto αλλά και de jure αποκτούν με μια και μόνο απλή διαταγή δικαιοδοσία στις διαστάσεις
«Στο μεταξύ, αφού οι στρατηγοί του Δαρείου είχαν συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη και είχαν παραταχθεί στο πέρασμα του Γρανικού, ήταν ανάγκη να δώσουν μάχη για την είσοδο και την κυριαρχία, σαν να ήταν οι πύλες της Ασίας. Ομως, το βάθος του ποταμού και την ανωμαλία των απέναντι οχθών, που ήταν δύσβατες και έπρεπε να τις διαβούν µε μάχη, οι περισσότεροι τις φοβούνταν και μερικοί πίστευαν ότι έπρεπε να τηρήσουν και τα έθιμα τα σχετικά µε τον μήνα (γιατί κατά τον μήνα ∆αίσιο οι βασιλείς των Μακεδόνων δεν συνήθιζαν να βγάζουν έξω τον στρατό τους). Τούτο το άλλαξε, µε την εντολή να θεωρήσουν τον μήνα αυτόν ως τον δεύτερο Αρτεµίσιο. Ομως ο Παρμενίωνας δεν τους άφησε να το διακινδυνεύσουν, επειδή ήταν ήδη αργά, και ο Αλέξανδρος είπε ότι θα ντρεπόταν τον Ελλήσποντο, αν φοβόταν τον Γρανικό, και τον διέσχισε μπαίνοντας στο ρεύµα µε δεκατρείς ίλες ιππικού».
Πλουτάρχου «Βίοι Παράλληλοι», Τόμος 17, «Αλέξανδρος – Καίσαρ», εκδόσεις Κάκτος, σελ. 61.
Στο μακεδονικό ημερολόγιο ο μήνας Δαίσιος ήταν αντίστοιχος με τον αττικό μήνα Θαργηλιώνα. Στο δικό μας ημερολόγιο o Δαίσιος καταλαμβάνει τμήμα του Μαΐου και του Ιουνίου. Οι Μακεδόνες βασιλείς είχαν πρόληψη με αυτήν την τροπή του χρόνου. Απέφευγαν να ξεκινούν εκστρατείες ή πολεμικές αναμετρήσεις, διότι έκριναν ότι η έκβασή τους θα ήταν αρνητική, δεν θα δικαίωνε την προσπάθεια ούτε θα ήταν αντίστοιχη με την αναπόφευκτη καταβολή του φόρου αίματος που συνοδεύει τέτοιες εξορμήσεις. Ο Μέγας Αλέξανδρος, έχοντας αναπτύξει έναν τέλειο δίαυλο επικοινωνίας με τον βροτοκτόνο και οπλοχαρή Αρη, τον θεό του πολέμου, γνώριζε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αστοχήσει στη μάχη του Γρανικού.
Για να εμψυχώσει το στράτευμά του και να παρακάμψει τον ύφαλο της δεισιδαιμονίας, με μια απλή διαταγή μετονόμασε τον Δαίσιο σε Αρτεμίσιο και… διέταξε τον μήνα να επαναληφθεί! Ο μήνας Αρτεμίσιος ανακαλείτο στη δράση, αμέσως μόλις είχε παρέλθει. Για να χορτάσει το ξίφος του Αλεξάνδρου αίμα, ο Δαίσιος απωθείτο και ο Αρτεμίσιος έπρεπε να λάβει τη θέση του.
Στη Μακεδονία
Η κάμψη της διάστασης του χρόνου έγινε στ’ αλήθεια τότε. Αφού έτσι το βίωσαν οι παρατηρητές, η στρατιά του Αλεξάνδρου, έτσι ήταν. Η αρχή ορίζει τις περιοχές και τις διαστάσεις του χώρου, του χρόνου και της αντίληψης των αρχομένων.
Στη Μακεδονία, το σύστημα χρονολόγησης είχε ως εξής: έως το 168 π.Χ. (περίοδος βασιλείας), στις επιγραφές που αναφέρουν τις βασιλικές αποφάσεις αναγράφεται το όνομα του βασιλιά, μόνο του ή μαζί με το έτος της βασιλείας του ή και ακόμα με τον μήνα ανακοίνωσης της απόφασης. Με τη ρωμαϊκή κατάκτηση περνάμε στο δεύτερο σύστημα χρονολόγησης, που ονομάζεται «επαρχιακή μακεδονική». Χρονική αφετηρία της υπόδουλης στους Ρωμαίους Μακεδονίας είναι το έτος 148 π.Χ. (Μάχη της Πύδνας). Από εκεί υπολογίζουν οι κατακτητές αλλά και οι κατακτημένοι πόσα χρόνια πέρασαν. Στα χρόνια του Αυγούστου (27 π.Χ.-14 μ.Χ.) υιοθετείται το τρίτο σύστημα χρονολόγησης, όπου αναφέρονται τα «Ετη Σεβαστά». Εκεί ο χρόνος ξεκινά το 31 π.Χ., όταν ο Αύγουστος νίκησε στο Ακτιο. Αρχή του κόσμου όλου, το πρώτο στραφτάλισμα της βασιλικής προφύρας του νέου μεγάλου αφέντη.
Ο τρόπος που η μάζα αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, την υλική διάταξη και τις ποιότητες του περιβάλλοντός της αλλά και την πνευματική ουσία του βίου είναι εν πολλοίς ένα από τα πολλά αποτελέσματα της διαλεκτικής σχέσης της με την ηγεσία.
Το αξιακό σύστημα του αρχηγού, οι προτεραιότητές του, τα προτερήματα και οι ελλείψεις του διαχέονται στη δημόσια σφαίρα και έλκουν τη συλλογική ψυχή προς τα άνω ή τα κάτω – ανάλογα με το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο του ψυχικού φορτίου του ηγέτη.
Οι βασιλείς, οι μονάρχες, οι ελέω λαού ή Θεού νιώθουν ότι ποτέ δεν έχουν αρκετό χρόνο αλλά τελικά τον ορίζουν.
Οι επικεφαλής της πολιτικής σκηνής de facto αλλά και de jure αποκτούν δικαιοδοσία στις διαστάσεις. Μπορούν να αναδιανείμουν γαίες προς όφελος των ολίγων ή των πολλών. Ενίοτε δίνουν στις ημέρες και στους μήνες το δικό τους όνομα και εξομοιώνουν ολόκληρη την εποχή με το πρόσωπό τους! Η δική τους πεποίθηση για τη μέτρηση του βίου γίνεται συνείδηση, έθιμο, άγραφος και γραπτός νόμος, Ιστορία.
Παναγιώτης Λιάκος

