Η επικύρωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 4,9% του ΑΕΠ αποκαλύπτει τα τεράστια ποσά που αφαιρέθηκαν από την οικονομία, με την κυβέρνηση να υπόσχεται «ψίχουλα» μισού δισ. ευρώ.
Με τον πιο επίσημο τρόπο, η Eurostat σφράγισε σήμερα την υπεραπόδοση των ελληνικών κρατικών ταμείων για το 2025, καταγράφοντας ένα πρωτογενές πλεόνασμα που ξεπερνά κάθε πρόβλεψη. Η ελληνική οικονομία παρουσίασε πλεόνασμα ύψους 12,131 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 4,9% του ΑΕΠ, αφήνοντας κατά πολύ πίσω τον αρχικό στόχο των 9,25 δισ. ευρώ.
Το χάσμα ανάμεσα στη φοροαφαίμαξη και τις παροχές
Αν και το υπερπλεόνασμα αγγίζει τα 3 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο –γεγονός που μεταφράζεται σε δυσβάσταχτη φορολογική πίεση προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις– η επιστροφή στην κοινωνία θα είναι δυσανάλογα μικρή. Η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε ένα πακέτο στήριξης ύψους μόλις μισού δισεκατομμυρίου ευρώ, καθώς οι σιδηροί κανόνες των Βρυξελλών λειτουργούν ως «κόφτης» για την πλήρη διάθεση των επιπλέον εσόδων.
Το «παζάρι» με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η Αθήνα καλείται τώρα να δώσει μάχη με την Κομισιόν για να αποδείξει ότι τα επιπλέον έσοδα δεν είναι συγκυριακά αλλά μόνιμα. Οι βασικοί άξονες της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας περιλαμβάνουν:
Διαρθρωτικά έσοδα: Η κυβέρνηση ποντάρει στην ψηφιοποίηση των ελέγχων για να πείσει ότι η εισπραξιμότητα θα παραμείνει υψηλή.
Περιορισμοί δαπανών: Πρέπει να διασφαλιστεί ότι το πλεόνασμα θα είναι διατηρήσιμο το 2026, ώστε να επιτραπεί η χρηματοδότηση παροχών χωρίς να παραβιαστούν τα ευρωπαϊκά όρια ετήσιων δαπανών.
Ο οδικός χάρτης για το 2026
Μετά την ανακοίνωση της Eurostat, ο πρωθυπουργός αναμένεται να παρουσιάσει τον νέο οικονομικό σχεδιασμό για το επόμενο έτος. Παρά τους πανηγυρισμούς για τη δημοσιονομική εικόνα, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: οι πολίτες πλήρωσαν το μάρμαρο της υπεραπόδοσης, ενώ οι παροχές που επιστρέφονται αποτελούν μόνο ένα μικρό κλάσμα των όσων εισπράχθηκαν μέσω της φορολογίας.


