Μετά τις ταβέρνες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες στο στόχαστρο της γραμματείας Εσόδων, που αποκτά πιο «επιστημονική» μεθοδολογία
Μετά τις ταβέρνες, τα μπαρ, τις καφετέριες, η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων βάζει στο στόχαστρο τους ελεύθερους επαγγελματίες και αρχίζει το φθινόπωρο έλεγχους με μεθόδους που προέρχονται από τη Γαλλία και τη Βρετανία.
Το ξενόφερτο μοντέλο ελέγχων βασίζεται σε έναν συνδυασμό κριτηρίων με ανάλυση κίνδυνου φοροδιαφυγής, δηλαδή ανάλογα με την «επικινδυνότητα» κάθε κλάδου.
Οι ελεγκτές θα «χτυπούν» με διαφορετική μέθοδο ανά κατηγορία, ξεφεύγοντας από τα ελεγκτικά πρότυπα των προηγούμενων ετών, τα οποία αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά. Γιατροί, μηχανικοί, λογιστές βρίσκονται στην πρώτη τριάδα της μαύρης λίστας, αν και το προφίλ κάθε ελεγχομένου θα διαφοροποιεί κατά περίπτωση τη διαδικασία ελέγχου. Στο μικροσκόπιο θα μπουν τα δηλωθέντα εισοδήματα των τελευταίων ετών, καθώς και οι επαγγελματικές δαπάνες -δηλωμένες και συνήθεις ανά δραστηριότητα-, τα δάνεια και τα περιουσιακά στοιχεία των ελεγχομένων, ενώ θα γίνονται και τυχαίοι δειγματοληπτικοί έλεγχοι.
Τα στελέχη της ΓΓΔΕ θα αξιοποιήσουν την τεχνογνωσία που συνεχίζουν να παράσχουν τεχνικά κλιμάκια των αποκαλούμενων θεσμών σε συνδυασμό με την εκπαίδευση που πήραν σε ειδικά σεμινάρια στο Παρίσι και το Λονδίνο λίγο προτού ξεκινήσει η θερινή περίοδος.
Τα δεδομένα, που επιβάλλουν τη στόχευση στην αποκαλούμενη μικρομεσαία φοροδιαφυγή, προκαλούν αίσθηση. Με βάση τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων των ελεύθερων επαγγελματιών προκύπτει ότι ποσοστό 50%-60% δηλώνει εισόδημα που δεν ξεπερνά τα 5.000 ευρώ, εισόδημα το οποίο κρίνεται μάλλον χαμηλό, παρά τη βουτιά λόγω της παρατεταμένης κρίσης.
Σύμφωνα με μελέτες που έχουν γίνει πάνω στο φαινόμενο της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας στη χώρα μας, τα πραγματικά εισοδήματα των ελευθέρων επαγγελματιών είναι από 1,25 ως 2,5 φορές πάνω από τα δηλούμενα.
Το στοιχείο που δεν αμφισβητείται και συναντάται σε κάθε έκθεση είναι ότι η τρύπα στα έσοδα ΦΠΑ, δηλαδή η διαφορά μεταξύ αυτών που εισπράττει το Δημόσιο από αυτά που θα έπρεπε να εισπράττει με βάση τους ισχύοντες συντελεστές, κυμαίνεται μεταξύ 6-9 δισ. ευρώ ετησίως.

