Αμφίβολο εάν θα αποδειχθεί επωφελής για τα ελληνικά συμφέρονταΤης
Ζωής Ράπτη*
Ας είμαστε ειλικρινείς. Υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να αποτελεί ελληνική πρωτοβουλία η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Ελλάδα. Διεθνώς απομονωμένος καθώς είναι, με την Τουρκία σε τροχιά απομάκρυνσης από τη Δύση και με τα στοιχεία των οικονομικών σκανδάλων να πυκνώνουν καθημερινά την εμφάνισή τους σε τουρκικά ΜΜΕ, στην Εθνοσυνέλευση της γείτονος και σε διεθνή πρακτορεία ειδήσεων, ο κ. Ερντογάν χρειαζόταν γρήγορα μία επικοινωνιακή «ένεση» για να τονώσει το γόητρό του.
Επίσης, στα κίνητρα της επιδίωξης -από την πλευρά του- να πραγματοποιήσει επίσκεψη στην Ελλάδα πρέπει να προστεθεί και η πιθανότητα του περιορισμού της σαρίας (ο ισλαμικός νόμος) στη Θράκη, αλλά και το ενδεχόμενο να λανσάρει τον εαυτό του ως τον «νέο χαλίφη» και ηγέτη ολόκληρου του Ισλάμ.
Φυσικά, στα προαναφερθέντα πρέπει να συνυπολογιστεί και το άγχος του ιδίου και των βασικών στελεχών του καθεστώτος του να βγει από το κάδρο της διακοπής του αμερικανικού εμπάργκο στο Ιράν – μια και τα στοιχεία που βγαίνουν διαρκώς στο φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι η Τουρκία επί Ερντογάν δεν αντιλαμβάνεται καμία άλλη γλώσσα πλην εκείνην της ισχύος.
Οποια, πάντως, κι αν είναι η προέλευση της πρόσκλησης για συνάντηση κορυφής Ελλάδος – Τουρκίας, παραμένει αμφίβολο εάν θα αποδειχθεί επωφελής για τα ελληνικά συμφέροντα.
Ας ελπίσουμε ότι η επίσκεψή του δεν θα γίνει για επικοινωνιακούς και μόνο λόγους, αλλά θα παραγάγει και ορισμένα ουσιαστικά αποτελέσματα στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών και δεν θα οδηγήσει εν τοις πράγμασι σε ρήξη ενός αξιοπρεπούς κλίματος διπλωματικής συνεννόησης με εθνικιστικές κορόνες για τη «δύσμοιρη» μουσουλμανική μειονότητα, την οποία δεν θα εγκαταλείψει η Τουρκία, ως «μητέρα Πατρίδα», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο κ. Τσαβούσογλου ως προπομπός του.
* Γραμματέας Σχέσεων
Κοινωνίας – Κόμματος στη Νέα Δημοκρατία
