Τη στιγμή που το νέο κύμα ακρίβειας σαρώνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη διπλή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Τον πανηγυρικό τόνο έδωσε στο κυριακάτικο μήνυμά του ο πρωθυπουργός, μιλώντας για επιβεβαίωση της προόδου της ελληνικής οικονομίας. Η πραγματικότητα, όμως, που βιώνουν τα νοικοκυριά είναι εντελώς διαφορετική.
Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων παλεύει να βγάλει τον μήνα, μετρώντας πόσο κοστίζουν τα ψώνια της εβδομάδας, τα ενοίκια, οι μετακινήσεις, τα καύσιμα και το ρεύμα, αδιαφορώντας για τα εύσημα των οίκων αξιολόγησης, που βλέπουν βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, μείωση του δημόσιου χρέους και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Συγκεκριμένα, ο Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές, αναδεικνύοντας την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Χρηματοδότηση
Παράλληλα, ο Moody’s αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Baa3. Η απόφαση του Moody’s αποτελεί την τρίτη αλλαγή προοπτικών της Ελλάδας σε θετικές μέσα σε περίπου έναν μήνα, μετά τη R&I στις 17 Αυγούστου και την DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου.
Η καλύτερη πιστοληπτική εικόνα ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στις αγορές και τους επενδυτές και μπορεί να συμβάλει σε ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης. Με απλά λόγια, οι οίκοι κρίνουν ότι ο κίνδυνος που συνδέεται με την Ελλάδα έχει περιοριστεί και ότι η χώρα βρίσκεται σε καλύτερη θέση να ανταποκρίνεται στις οικονομικές της υποχρεώσεις.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια αναβάθμιση μετατρέπεται αυτομάτως σε περισσότερα χρήματα για τους πολίτες. Δεν μειώνει την τιμή στο ράφι του σούπερ μάρκετ, δεν περιορίζει το ενοίκιο και δεν κάνει φθηνότερη τη βενζίνη. Αντιθέτως, η φωτιά της ακρίβειας καίει σήμερα τους πολίτες, περιορίζοντας συνεχώς το διαθέσιμο εισόδημα. Η ανάπτυξη και όλοι οι δείκτες που προβλέπουν τι θα γίνει στη χώρα τα επόμενα 5 ή 10 χρόνια ελάχιστα αφορούν τους πολίτες που αδυνατούν να βγάλουν τον μήνα.
Οι αναβαθμίσεις έχουν πολύ πιο άμεσο αντίκτυπο στις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς μπορούν να βελτιώσουν τους όρους με τους οποίους αντλούν κεφάλαια από τις αγορές. Για τους πολίτες, αντίθετα, το όφελος είναι έμμεσο και μπορεί να φανεί σε βάθος χρόνου. Μια καλύτερη πιστοληπτική αξιολόγηση δεν αλλάζει τον μισθό στο τέλος του μήνα, ούτε μειώνει τα έξοδα για τρόφιμα, στέγαση, καύσιμα και ενέργεια.
Η χώρα μπορεί επομένως να εμφανίζει καλύτερα δημοσιονομικά μεγέθη και να ανεβαίνει βαθμίδες στις διεθνείς αξιολογήσεις, όμως για να φανεί αυτή η πρόοδος στην καθημερινότητα χρειάζεται να ενισχυθεί ουσιαστικά η αγοραστική δύναμη. Μέχρι τότε οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν, αλλά η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά.
