Μπορεί η πανδημία να μοιάζει μακρινός εφιάλτης, που έληξε πριν από αρκετό καιρό, όμως ο κορωνοϊός εξακολουθεί να αποτελεί μια σιωπηλή αλλά ιδιαίτερα θανατηφόρα απειλή, κυρίως για τους ηλικιωμένους. Νέα επιστημονικά δεδομένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες καταδεικνύουν ότι η νόσος συνεχίζει να στοιχίζει τη ζωή σε περισσότερους από 100.000 ανθρώπους κάθε χρόνο, με τη συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων να ανήκει στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Τα ανησυχητικά ευρήματα δημοσιεύθηκαν στην έγκριτη ιατρική επιθεώρηση JAMA Internal Medicine και βασίζονται σε ανάλυση νοσοκομειακών δεδομένων από το εθνικό δίκτυο επιτήρησης της COVID-19, το οποίο καλύπτει περίπου το 10% του πληθυσμού των ΗΠΑ. Οι επιστήμονες εξέτασαν την πορεία της νόσου τόσο κατά την τελευταία φάση της πανδημίας όσο και μετά τη λήξη της.
Σύμφωνα με τη μελέτη, την περίοδο 2022-2023 εκτιμάται ότι μολύνθηκαν από τον κορωνοϊό 43,6 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο ένα όγδοο του πληθυσμού. Από αυτούς, 10 εκατομμύρια απευθύνθηκαν σε νοσοκομεία, ενώ 1,1 εκατομμύρια χρειάστηκαν νοσηλεία. Οι θάνατοι που καταγράφηκαν την ίδια περίοδο ανήλθαν σε 101.300.
Την επόμενη χρονιά, 2023-2024, παρότι η πανδημία είχε πλέον θεωρηθεί λήξασα, σημειώθηκαν 33 εκατομμύρια λοιμώξεις. Οι επισκέψεις στα νοσοκομεία μειώθηκαν σε 7,7 εκατομμύρια και οι νοσηλείες σε 879.000. Ωστόσο, ο αριθμός των θανάτων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, φτάνοντας τους 100.800, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό στους ειδικούς.
Δυσανάλογη επιβάρυνση των ηλικιωμένων
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η δυσανάλογη επιβάρυνση των ηλικιωμένων. Παρότι τα άτομα άνω των 65 ετών αποτελούν λιγότερο από το 20% του συνολικού πληθυσμού στις ΗΠΑ, αντιπροσώπευσαν το 47,5% των κρουσμάτων COVID-19, το 67,5% των νοσηλειών και το 81,3% των θανάτων. Κατά μέσο όρο, την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2022 έως τον Σεπτέμβριο του 2024, ένας στους 100 ηλικιωμένους νοσηλευόταν κάθε χρόνο εξαιτίας της νόσου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα στοιχεία αυτά δείχνουν πως «ο κορωνοϊός εξακολουθεί να προσβάλλει δυσανάλογα τους ηλικιωμένους, η ανοσία των οποίων πιθανώς φθίνει ταχύτερα απ’ ό,τι των νεότερων ενηλίκων».
Τη σοβαρότητα της κατάστασης υπογραμμίζει και ο Dr. David C. Grabowski, καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, σε συνοδευτικό σχόλιο της μελέτης. Όπως σημειώνει, «η COVID-19 είχε καταστροφικές συνέπειες στους ηλικιωμένους, ιδίως στους πιο ευάλωτους εξ αυτών που διαβιούσαν σε μονάδες οξείας και μακροχρόνιας φροντίδας της υγείας». Προσθέτει μάλιστα ότι «βάσει των (νέων) ευρημάτων μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι η λοίμωξη θα εξακολουθήσει στο εγγύς μέλλον να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις υπηρεσίες φροντίδας της υγείας και στη θνησιμότητα. Ο αντίκτυπος αυτός θα εξακολουθήσει να επικεντρώνεται στους ηλικιωμένους».
Ο ίδιος τονίζει πως ο εμβολιασμός και η έγκαιρη χορήγηση αντιϊικής αγωγής παραμένουν τα βασικά «όπλα» προστασίας από τη νόσο. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, οι δυνατότητες αυτές δεν αξιοποιούνται στον βαθμό που θα έπρεπε, αφήνοντας τους ηλικιωμένους εκτεθειμένους σε έναν κίνδυνο που δεν έχει εξαλειφθεί.

