Σε εφιάλτη έχει μετατραπεί το κόστος ζωής για τους πολίτες, με την ακρίβεια να σαρώνει κάθε μήνα και τις τιμές να αυξάνονται με ασύλληπτους ρυθμούς. Ενα μέσο νοικοκυριό αδυνατεί πλέον να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ενώ όλο και περισσότερες έρευνες αποκαλύπτουν πως αναγκάζεται να… κόψει και από τα άκρως απαραίτητα.
Ωστόσο, αυτή η κατάσταση δεν είναι ίδια για όλους, καθώς την ώρα που οι πολίτες μετρούν ακόμη και το τελευταίο ευρώ στο σούπερ μάρκετ, περιορίζουν προϊόντα από το καλάθι τους και πληρώνουν ακριβότερα βασικά είδη διατροφής, οι επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών εμφανίζουν όχι μόνο αυξημένα κέρδη, αλλά και μεγαλύτερο περιθώριο καθαρού κέρδους.
Με την κυβέρνηση να επιχειρεί όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης να μειώσει τις τιμές με ελέγχους και παρεμβάσεις με «καλάθια», φαίνεται πως αδυνατεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στην πηγή του, δηλαδή στις ίδιες τις επιχειρήσεις, και κυρίως στις μεγάλες που έχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς.
Η απάντηση βρίσκεται σε πρόσφατη έκθεση που εκπόνησε στο ΙΟΒΕ για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών.
Το περιθώριο καθαρού κέρδους του συνόλου των επιχειρήσεων του δείγματος αυξήθηκε από 3,9% το 2022 σε 4,1% το 2023 και έφτασε στο 4,6% το 2024.
Δηλαδή, μέσα σε δύο χρόνια οι επιχειρήσεις κατάφεραν να κρατούν ως καθαρό κέρδος μεγαλύτερο τμήμα από κάθε ευρώ τζίρου που πραγματοποιούσαν. Ακόμα και αν διατυμπάνιζαν πως απορροφούν μέρος των ανατιμήσεων, ώστε να συγκρατήσουν τη ραγδαία άνοδο των τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν πως την ίδια ώρα κέρδιζαν ακόμα περισσότερα, ακόμα και εν μέσω κρίσης.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη αν εξεταστούν τα συνολικά οικονομικά μεγέθη. Το 2024 ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του δείγματος αυξήθηκε κατά 5%, φτάνοντας τα 21,8 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, όμως, τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν ταχύτερα, κατά 17%, και διαμορφώθηκαν στα 996 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων ενισχύθηκαν επίσης κατά 15,3%, στα 2,3 δισ. ευρώ.
Με απλά λόγια, τα έσοδα των επιχειρήσεων αυξήθηκαν, αλλά τα κέρδη τους αυξήθηκαν με υπερτριπλάσιο ρυθμό. Αυτό ακριβώς εξηγεί και τη διεύρυνση του περιθωρίου κέρδους. Και αυτό συνέβη σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια στα τρόφιμα είχε ήδη εξαντλήσει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και οι πολίτες έχουν «γονατίσει» από τα έξοδα, εξαφανίζοντας όποιες πενιχρές αυξήσεις μισθών και συντάξεων.
Σχεδόν 400 ευρώ τον μήνα κοστίζουν τα βασικά είδη διατροφής!
Στην άλλη πλευρά της αγοράς βρίσκονται τα νοικοκυριά τα οποία συνεχίζουν να βλέπουν το κόστος των τροφίμων να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των μηνιαίων δαπανών τους. Σύμφωνα με την έκθεση, η συνολική δαπάνη για είδη διατροφής και ποτά διαμορφώθηκε το 2024 στα 385,3 ευρώ τον μήνα, από 375,8 ευρώ το 2023 και 310,7 ευρώ το 2015. Μέσα σε εννέα χρόνια η επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 21,4%, με τα τρόφιμα να απορροφούν σταθερά ένα μεγάλο τμήμα του διαθέσιμου εισοδήματος.
Μόνο για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά η μέση μηνιαία δαπάνη ανέβηκε στα 356,7 ευρώ, από 348,9 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Η συνολική μηνιαία καταναλωτική δαπάνη διαμορφώθηκε στα 1.725 ευρώ, αυξημένη κατά 3,6%. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από ένα στα πέντε ευρώ της κατανάλωσης κατευθύνεται πλέον στην αγορά τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών.
Το μεγαλύτερο ποσό καταβάλλεται για το κρέας, όπου η μέση μηνιαία δαπάνη έφτασε τα 76,1 ευρώ. Ακολουθούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αβγά με 56,6 ευρώ, τα λαχανικά με 49,8 ευρώ και το αλεύρι, το ψωμί και τα δημητριακά με 48,6 ευρώ. Για τα φρούτα η δαπάνη έφτασε τα 28,3 ευρώ, για τα ψάρια τα 25 ευρώ και για τα έλαια και λίπη τα 20,6 ευρώ. Η αύξηση της δαπάνης, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι πολίτες αγόρασαν περισσότερα προϊόντα. Σε μια περίοδο συνεχών ανατιμήσεων δείχνει κυρίως ότι απαιτούνται περισσότερα χρήματα για να καλυφθούν οι ίδιες ή ακόμη και μικρότερες ανάγκες. Αλλωστε, οι τιμές των τροφίμων και των μη αλκοολούχων ποτών αυξήθηκαν ακόμη 2,3% το 2025, μετά την άνοδο 3,1% του 2024 και τις πολύ μεγάλες ανατιμήσεις των προηγούμενων ετών.
Και αυτή είναι και η μεγάλη αντίφαση: Οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα, περιορίζουν επιλογές και στρέφονται σε φθηνότερα προϊόντα, ενώ ο κλάδος αυξάνει την κερδοφορία του και διευρύνει το ποσοστό κέρδους πάνω στον τζίρο του.
Οι μειώσεις
Σε κάθε περίπτωση οι πολίτες θα πρέπει να αναμένουν το τέλος Αυγούστου, όταν θα ανακοινώσουν τη λίστα το υπουργείο Ανάπτυξης και οι επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ με τα βασικά προϊόντα στα οποία θα εφαρμοστούν μειώσεις τιμών από 5% έως 20%.
Οι ανακοινώσεις αναμένονται στο τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου, ώστε η λίστα των μειώσεων να ενεργοποιηθεί στις αρχές Σεπτεμβρίου, κάτι που εκτός από το «καλάθι» των αγορών για τους πολίτες θα έχει στόχο να γεμίσει και το «καλάθι» των εξαγγελιών του πρωθυπουργού στη ∆ΕΘ.

