Από την άνοιξη τίθεται σε εφαρμογή το πλαίσιο που ψηφίστηκε τον περασμένο Οκτώβριο και προβλέπει το σπάσιμο των ημερών που δικαιούνται ετησίως σε τέσσερα τμήματα
Με στόχο την ακόμα μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, η κυβέρνηση εφαρμόζει από το νέο έτος το νέο νομοθετικό πλαίσιο που ψηφίστηκε τον περασμένο Οκτώβριο και αφορά τις ετήσιες άδειες αναψυχής των εργαζομένων.
- Από τον Σπύρο Γεράρδη
Πρακτικά, το πλαίσιο που ορίζει πλέον ότι η άδεια μπορεί να χορηγηθεί σπαστά ακόμη και σε τέσσερα τμήματα θα αρχίσει να ισχύει από την άνοιξη, όταν και θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία το πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ».
Μέχρι σήμερα η άδεια έπρεπε να λαμβάνεται από τον εργαζόμενο αδιαίρετη, σε μία περίοδο, ενώ με αίτημα του εργαζομένου ήταν δυνατή η κατάτμηση του χρόνου αδείας, ωστόσο έπρεπε οι 2 εβδομάδες να λαμβάνονται συνεχόμενα. Με το νέο πλαίσιο δίνεται στον εργοδότη η δυνατότητα να χορηγεί την ετήσια άδεια ακόμα και σε τέσσερις διαφορετικές περιόδους εντός του ίδιου έτους, αν επιθυμεί κάτι τέτοιο.
Μόνιμη επωδός της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκης Κεραμέως, όπως έκανε π.χ. και σε ό,τι αφορά τη θέσπιση της εργασίας 13 ωρών ημερησίως, είναι ότι η αλλαγή αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ικανοποίηση αιτήματος των εργαζομένων. Ωστόσο, είναι κάτι παραπάνω από προφανές πως αυτό δεν ισχύει, αντιθέτως έρχεται να ικανοποιήσει αιτήματα εργοδοτικών φορέων συγκεκριμένων κλάδων με έντονα στοιχεία εποχικότητας.
Ως μοναδική δικλίδα ασφαλείας, ώστε οι εργαζόμενοι να λαμβάνουν μέρος, έστω, της άδειας με βάση τις πραγματικές τους ανάγκες, είναι η διατήρηση της πρόβλεψης πως το ήμισυ τουλάχιστον εκείνων που δικαιούνται άδεια κάθε έτος σε κάθε επιχείρηση πρέπει να ικανοποιούνται μέσα στο χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου.
Εργατικό Δίκαιο
Συγκεκριμένα, το επικαιροποιημένο άρθρο 224 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου αναφέρει: «Η χρονική περίοδος χορήγησης της άδειας κανονίζεται μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου· ο πρώτος είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει την άδεια που ζητήθηκε το πολύ εντός διμήνου από τη διατύπωση της σχετικής αίτησης από τον δεύτερο. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον εκείνων που δικαιούνται άδεια κάθε έτος σε κάθε επιχείρηση πρέπει να ικανοποιούνται μέσα στο χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου.
Η αίτηση που απαιτείται κατά τα ανωτέρω αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωση για τη χορήγηση της άδειας και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματός του για άδεια με αποδοχές. Η άδεια που δικαιούται κάθε έτος ο εργαζόμενος πρέπει να εξαντλείται μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου ημερολογιακού έτους». Ενώ το άρθρο 225 που περιλαμβάνει το ζήτημα της κατάτμησης αναφέρει: «Η άδεια λαμβάνεται, καταρχάς, αδιαίρετη σε συνεχείς ημέρες. Ο εργαζόμενος δύναται, κατ’ εξαίρεση, να λαμβάνει μέρος της αδείας του, σύμφωνα με τις προσωπικές του ανάγκες, κατόπιν έγγραφου αιτήματός του και αποδοχής από τον εργοδότη.
Υποχρεωτικά ένα τουλάχιστον μέρος της αδείας περιλαμβάνει τουλάχιστον έξι (6) εργάσιμες ημέρες επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και πέντε (5) εργάσιμες ημέρες επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή, προκειμένου περί ανηλίκων, δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες». Υπενθυμίζεται δε πως συνεχίζουν να ισχύουν οι παλαιότερες διατάξεις που ορίζουν πως, αφενός μεν, η άδεια μπορεί να «μεταφερθεί» και να χορηγηθεί το αργότερο έως τα τέλη Μαρτίου του επόμενου έτους (π.χ. έως τις 31 Μαρτίου 2026), αφετέρου δε, απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση και είναι άκυρη οποιαδήποτε συμφωνία εργαζόμενου – εργοδότη περί μη χορήγησης της άδειας.
Οσα πρέπει να ξέρετε για τον υπολογισμό και τα δικαιώματά σας
Η χορήγηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές των εργαζομένων υπολογίζεται με βάση το ημερολογιακό έτος. Ο εργαζόμενος δικαιούται αναλογία χρόνου ετήσιας άδειας από την έναρξη της απασχόλησής του σύμφωνα με το εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας του (πενθήμερο ή εξαήμερο), χωρίς να απαιτείται να συμπληρώσει συγκεκριμένο διάστημα προϋπηρεσίας στον εργοδότη του.
Συγκεκριμένα, κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος που προσελήφθη ο εργαζόμενος ο εργοδότης υποχρεούται να του χορηγήσει το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου του επόμενου έτους αναλογία των ημερών αδείας που δικαιούται από την πρόσληψή του μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του συγκεκριμένου ημερολογιακού έτους, σύμφωνα με τους μήνες απασχόλησής του.
Κάθε εργαζόμενος με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου δικαιούται από την έναρξη της εργασίας του μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαμήνου να λάβει το ποσοστό της αδείας του. Η αναλογία αυτή υπολογίζεται στη βάση των 20 εργάσιμων ημερών ετήσιας άδειας για όσους εργάζονται πενθήμερο και των 24 εργάσιμων ημερών για όσους εργάζονται εξαήμερο. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, αφού ο εργαζόμενος συμπληρώσει δωδεκάμηνη εργασία, δικαιούται άδεια 21 ημερών (πενθήμερη εργασία) και 25 ημερών (εξαήμερη εργασία).
Για το τρίτο και τα επόμενα εργασιακά έτη ο εργαζόμενος δικαιούται από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους την κανονική ετήσια άδειά του με αποδοχές, δηλαδή 22 ημέρες (πενθήμερη εργασία) και 26 ημέρες (εξαήμερη εργασία). Μετά τη συμπλήρωση 10 ετών εργασίας στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσίας 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη ο εργαζόμενος δικαιούται άδεια 25 εργασίμων ημερών (πενθήμερη εργασία) και 30 εργάσιμων ημερών (εξαήμερη εργασία).
Μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας σε οποιοδήποτε εργοδότη οι εργαζόμενοι δικαιούνται μία επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή 26 ημέρες (πενθήμερη εργασία) και 31 μέρες (εξαήμερη εργασία). Σημειώνεται, επίσης, ότι στις ημέρες της ετήσιας άδειας υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Ως εκ τούτου, δεν περιλαμβάνονται οι Κυριακές, οι επίσημες αργίες, οι κατ’ έθιμον αργίες, οι ημέρες ασθένειας και οι ειδικές άδειες που προβλέπονται από άλλες διατάξεις εάν συμπέσουν με αυτήν (π.χ. άδεια γάμου, άδεια γέννησης τέκνου, άδεια μητρότητας).
Τι ισχύει για μητρότητα, πατρότητα, γονεϊκή φροντίδα, ειδικές άδειες
Τα τελευταία χρόνια, και κυρίως με τον νόμο 4808/2021, θεσπίστηκαν νέες άδειες και επεκτάθηκαν υφιστάμενες για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους με στόχο την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Οι κυριότερες νέες άδειες που ισχύουν σήμερα περιλαμβάνουν:

Το νομοθετικό πλαίσιο για την άδεια μητρότητας καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 1993 και του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001, το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο 11 του Ν.2874/2000, καθώς και της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 4488/2017, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από το άρθρο 34 του ν. 4808/2021, αλλά και τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 4 της ΔΣΕ 103, κύρωση με τον ν. 1302/1982, της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ και του άρ. 8 παρ. 1 του Αν. ΕΚΧ, κύρωση με το ν. 4359/2016.
■ Χορήγηση – Διάρκεια: Η διάρκεια της άδειας μητρότητας ορίζεται στις 17 εβδομάδες για τις εργαζόμενες σε οποιονδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από αυτές, τις οκτώ εβδομάδες πρέπει να πάρει η εργαζόμενη πριν από τον τοκετό και τις υπόλοιπες εννιά μετά. Η τήρηση των χρονικών διαστημάτων είναι υποχρεωτική.
Σε περίπτωση που η εργαζόμενη γεννήσει πρόωρα, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, έτσι ώστε ο χρόνος της άδειας να φτάνει συνολικά τις δεκαεπτά (17) εβδομάδες. Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, η άδεια που είχε ληφθεί πριν από τον τοκετό παρατείνεται, σε κάθε περίπτωση, μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται την αντίστοιχη μείωση των εννέα εβδομάδων της άδειας που πρέπει να λαμβάνεται υποχρεωτικά μετά τον τοκετό.
Επίσης, οι τεκμαιρόμενες μητέρες του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα, και οι εργαζόμενες που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως οκτώ (8) ετών με αφετηρία την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια δικαιούνται το μεταγενέθλιο τμήμα της άδειας μητρότητας των εννέα εβδομάδων, καθώς και τις πάσης φύσεως αποδοχές και επιδόματα που συνδέονται με αυτήν, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις επιμέρους καταστατικές διατάξεις του φορέα ασφάλισής τους.
■ Αμοιβή/επιδότηση κατά την άδεια μητρότητας: Κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας η εργαζόμενη δικαιούται αθροιστικά να λάβει:
Αποδοχές από τον εργοδότη της ανάλογα με την προϋπηρεσία της
Για την υποχρέωση του εργοδότη σε καταβολή αποδοχών κατά το διάστημα της άδειας μητρότητας, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του Αστικού Κώδικα περί ανυπαιτίου κωλύματος. Η υποχρέωση περιορίζεται στην καταβολή αποδοχών 15 ημερών στην περίπτωση που η άδεια μητρότητας ξεκίνησε μετά από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας και πριν κλείσει το πρώτο έτος υπηρεσίας, ενώ, μετά τη συμπλήρωση του πρώτου εργασιακού έτους, η υποχρέωση για καταβολή αποδοχών μπορεί να φτάσει τον έναν μήνα.
Από το ανωτέρω ποσό ο εργοδότης μπορεί να αφαιρέσει τυχόν ποσά που λαμβάνει η εργαζόμενη από τον ασφαλιστικό της φορέα και αφορούν στο ίδιο χρονικό διάστημα για το οποίο καταβάλλει αποδοχές. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει κατ’ ανώτατο τον εργοδότη για κάθε εργασιακό έτος, ανεξάρτητα από τον αριθμό των κωλυμάτων που προέκυψαν μέσα σε αυτό (π.χ. ασθένεια ή/και άδεια μητρότητας), ενώ για να δημιουργηθεί νέα υποχρέωση πρέπει αθροιστικά να αλλάξει το εργασιακό έτος της εργαζόμενης και το κώλυμα.
■ Αδεια πατρότητας: Χορηγείται άδεια 14 εργάσιμων ημερών με αποδοχές κατά τη γέννηση του τέκνου (αντί των δύο ημερών που ίσχυαν παλαιότερα). Η άδεια αυτή χορηγείται συνολικά ή τμηματικά σύμφωνα με την αίτηση του εργαζόμενου ως εξής: είτε α) ο εργαζόμενος λαμβάνει δύο (2) ημέρες άδειας πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού, προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες που συνδέονται με την εγκυμοσύνη και τον τοκετό, οπότε στην περίπτωση αυτή οι υπόλοιπες δώδεκα (12) ημέρες χορηγούνται, συνολικά ή τμηματικά, άμεσα λόγω της γέννησης του τέκνου εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία γέννησης είτε β) χορηγείται το σύνολο των ημερών αδείας μετά την ημερομηνία γέννησης. Για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης, ο εργαζόμενος γνωστοποιεί την πιθανολογούμενη ημέρα τοκετού στον εργοδότη, προκειμένου ο τελευταίος να λάβει εγκαίρως γνώση.
Η άδεια πατρότητας χορηγείται επίσης σε περίπτωση υιοθεσίας ή αναδοχής τέκνου, ηλικίας έως οκτώ (8) ετών από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια. Επίσης, σύμφωνα με εγκύκλιο του υπουργού Εργασίας διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση νοσηλείας του νεογνού μετά τον τοκετό, κατά το διάστημα του πρώτου μήνα από τη γέννησή του, λόγω της οποίας η χορήγηση της άδειας κατά το διάστημα αυτό δεν συμβαδίζει με τον σκοπό της χορήγησής της που είναι η φροντίδα αυτού και η ενίσχυση του συναισθηματικού δεσμού του πατέρα με το παιδί, τότε είναι δυνατή, έπειτα από συμφωνία των μερών (άρθρο 46, παρ. 3), η χορήγηση τμήματος ή και συνόλου της άδειας άμεσα μετά την ολοκλήρωση της νοσηλείας του τέκνου.
■ Γονική άδεια: Κάθε γονέας δικαιούται άδεια τεσσάρων μηνών μέχρι το παιδί να συμπληρώσει τα 8 έτη. Για τους δύο πρώτους μήνες ο ΟΑΕΔ (ΔΥΠΑ) καταβάλλει μηνιαίο επίδομα ίσο με τον κατώτατο μισθό.
■ Αδεια φροντίδας τέκνου: Δυνατότητα για μειωμένο ωράριο ή εναλλακτικά ολόκληρες ημέρες άδειας.
■ Αδεια φροντιστή: Δικαίωμα άδειας έως πέντε εργάσιμες ημέρες ετησίως, χωρίς αποδοχές, για τη φροντίδα συγγενούς ή προσώπου που κατοικεί στο ίδιο σπίτι και έχει ανάγκη σημαντικής φροντίδας για σοβαρό ιατρικό λόγο.
■ Αδεια για λόγους Ανωτέρας βίας: Δικαίωμα απουσίας έως δύο φορές τον χρόνο (συνολικά έως δύο εργάσιμες ημέρες) για επείγοντα οικογενειακά ζητήματα (π.χ. ασθένεια ή ατύχημα μέλους της οικογένειας).
■ Αδεια για υποβοηθούμενη αναπαραγωγή: Οι εργαζόμενες που υποβάλλονται σε μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής δικαιούνται άδεια εφτά εργάσιμων ημερών με αποδοχές.
■ Αδεια προγεννητικών εξετάσεων: Οι έγκυες δικαιούνται απουσία με αποδοχές για τη διενέργεια προγεννητικών εξετάσεων, εφόσον αυτές πρέπει να γίνουν σε ώρες εργασίας.
■ Αδεια αναπήρων: Εργαζόμενοι με αναπηρία τουλάχιστον 50% δικαιούνται έξι επιπλέον ημέρες ετήσιας άδειας με αποδοχές.

