Εάν ο Τραμπ αποφασίσει την προσάρτησή της, αυτό θα γίνει χωρίς να πέσει πιστολιά, αφού ούτε η Δανία ούτε η Ευρώπη θα μπορούσαν ποτέ να αντισταθούν στρατιωτικά στις ΗΠΑ και, εάν γινόταν ποτέ, η ήττα θα ήταν απόλυτη
Κάποτε ο Mitterrand είχε πει ότι οι πολιτικοί μένουν στη μνήμη είτε κάνοντας πολέμους είτε χτίζοντας κτίρια. Ηταν η εποχή, να θυμίσω, που ο τότε Γάλλος πρόεδρος είχε αποφασίσει να κάνει το Παρίσι ακόμα πιο εμβληματικό, χαρίζοντάς του μια σειρά από νέα κτίρια – τη λεγόμενη πολιτική «Grands Travaux».
- Του Α.Π. Δημόπουλου
Και μπορεί να είναι αδύνατο να εφαρμόσει κανείς τη συνταγή υστεροφημίας του Mitterrand στις ΗΠΑ (όπου η αρχιτεκτονική δεν κάνει πολιτική), παραμένει, όμως, δυνατό αν όχι να χτίζεις κτίρια, να κάνεις πολέμους – ή κατακτήσεις έστω.
Και είναι μέσα από αυτή τη λογική ανεξίτηλης συμπερίληψης στα χρονικά της Ιστορίας που δείχνει πλέον να κινείται ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump, γυρνώντας τον κόσμο ανάποδα με το ζήτημα της απόκτησης της Γροιλανδίας («με τον έναν ή τον άλλον τρόπο», όπως λέει). Και μπορεί να ακούγεται παράδοξο για έναν πρόεδρο που θέλησε αρχικά να γίνει γνωστός ως «πρόεδρος της ειρήνης», με όρους υστεροφημίας, όμως, μια κατάκτηση εδάφους είναι σίγουρα απείρως αποτελεσματικότερη.
Δηλαδή σκεφτείτε το, θα αλλάξει ο χάρτης και, μάλιστα λόγω του μεγέθους της Γροιλανδίας, θα αλλάξει δραματικά, εδώ δεν μιλάμε για μια λωρίδα γης, όπως αυτή για την οποία (συγκριτικά) ο κ. Putin μάτωσε τη Ρωσία ήδη τέσσερα χρόνια και ακόμα ουδέν. Εδώ μιλάμε για μια ήπειρο και, εάν όντως ο κ. Trump την πάρει, θα γίνει χωρίς να πέσει πιστολιά.
Κίνητρο
Με άλλα λόγια, το προσωπικό κίνητρο του κ. Trump είναι πολύ ισχυρό και ενισχύεται ακόμα περισσότερο από την πραγματικότητα ότι η απόκτηση της Γροιλανδίας συμφέρει τις ΗΠΑ τόσο στρατιωτικά και γεωπολιτικά (θα ελέγχουν πλέον την Αρκτική) όσο και οικονομικά (λόγω του μεγάλου ορυκτού πλούτου της), ώστε κάθε μομφή να παρεκτοπίζεται από αυτήν την πραγματικότητα.
Προσθέστε σε αυτό ότι, όπως είπα, εάν ο κ. Trump το αποφασίσει τελικά, θα γίνει χωρίς να πέσει πιστολιά – ούτε η Δανία ούτε η Ευρώπη θα μπορούσαν ποτέ να αντισταθούν στρατιωτικά στις ΗΠΑ και, εάν (σε έναν φανταστικό κόσμο) γινόταν ποτέ, η ήττα θα ήταν απόλυτη.
Το μόνο αντικίνητρο δείχνει να είναι μια πιθανή διάλυση του ΝΑΤΟ, αλλά, αλήθεια, ποιος θα την επιφέρει; Ο κ. Trump αντέτεινε ότι η απόκτηση της Γροιλανδίας θα ενισχύσει το ΝΑΤΟ και ότι ο ίδιος δεν βλέπει πρόβλημα, οπότε αυτό λογικά οδηγεί στην πρωτοβουλία διάλυσης εκ μέρους της θιγόμενης Ευρώπης. Και πώς θα πορευτεί η Ευρώπη στρατιωτικά μόνη χωρίς το ΝΑΤΟ και με μια διεκδικητική (και πυρηνική) Ρωσία στα σύνορα; Θέλω να πω, εάν η Ευρώπη διαλύσει το ΝΑΤΟ, θα αποτελέσει πράξη αυτοχειρίας για την ίδια και ποιος άραγε θα γίνει ο αυτόχειρας; Εκτός κι εάν εννοούν ότι θα κάνουν κάτι ανούσια συμβολικό, όπως όταν η Ελλάδα αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας το 1974 και μετά έτρεχε να το μαζέψει.
Στην πραγματικότητα, το μόνο πραγματικό αντικίνητρο για τον κ. Trump είναι η εσωτερική πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ. Γιατί, αφενός, ένα μεγάλο μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος είναι αντίθετο και η δυνατότητα ενός προέδρου των ΗΠΑ να αποκτήσει διά της βίας ξένο έδαφος δεν είναι απεριόριστη και δεν μπορεί να παρακάμψει πλήρως το Κογκρέσο. Και γιατί, αφετέρου, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μια μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών είναι επίσης αντίθετη – όπως είπε ο ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας Thom Tillis, «δεν χρειαζόμαστε αυτό το δράμα».
Είτε με δράμα είτε χωρίς όμως, το σημαντικότερο όλων παραμένει, ότι τόσο για το θέμα της Γροιλανδίας όσο και για κάθε άλλη μεγάλη διεθνή παρέμβαση των ΗΠΑ ο κ. Trump δεν έχει καν πολυτέλεια χρόνου. Και ο λόγος φυσικά είναι ότι σε μόλις δέκα μήνες, τον Νοέμβριο του 2026, οι ΗΠΑ πάνε σε ενδιάμεσες εκλογές και ενώ οι πιθανότητες των Δημοκρατικών να πάρουν τη Γερουσία είναι σχετικά μικρές, οι πιθανότητες για νίκη στη Βουλή των Αντιπροσώπων είναι μεγάλες.
Και με μια τέτοια επιστροφή των Δημοκρατικών βέβαια (έστω και στο ένα σώμα) κάθε δυνατότητα μεγάλης διεθνούς παρέμβασης θα γίνει σχεδόν αδύνατη. Με άλλα λόγια, όποια απόφαση πάρει για τη Γροιλανδία ο κ. Trump δεν είναι κάτι το μελλοντικό – αυτή η απόφαση επίκειται. Τελικά, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η Γροιλανδία και οι άλλοι, αλλά η Γροιλανδία και ο χρόνος.
Και, φυσικά, ότι ο κ. Trump είχε αυτόν τον εγγενή περιορισμό χρόνου, λόγω των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 ήταν γνωστό και στην Ευρώπη. Η οποία ακριβώς ακολούθησε μια συνειδητή πολιτική διαχείρισης χρόνου, μέσω μιας προσωπικά κολακευτικής στάσης προς τον κ. Trump από κοινού με μια αέναη διπλωματική διεργασία (που λειτούργησαν πολύ αποτελεσματικά, ως καθυστέρηση, τόσο στο θέμα της Ουκρανίας όσο και στο θέμα των δασμών), με το σκεπτικό ότι ήταν καλύτερο να παραμείνουν όλα εκκρεμή, μήπως και το 2026 ο κ. Trump βρει τα όριά του εκ των έσω της Αμερικής.
Ομως η αίσθηση του επείγοντος που εκπέμπει για τη Γροιλανδία ο κ. Trump αλλάζει τον όλο αλγόριθμο. Εάν ο κ. Trump έχει όντως αποφασίσει ότι έχει λίγους μήνες δράσης, πριν οι ΗΠΑ μπουν για τα καλά σε προεκλογική περίοδο, τότε αυτή η πολιτική διαχείρισης χρόνου θα έχει αποδειχτεί μάταιη και η Ευρώπη θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει απρόσμενες αλλαγές, χωρίς να διαθέτει η ίδια πλέον χρόνο.


