Ποιος ήταν ο Αμίρ Παρβίζ Πουγιάν που άφησε τις ριζοσπαστικές παρακαταθήκες και έγινε πάλι επίκαιρος μετά τον «παράδοξο» θάνατο του Χαμενεΐ
Υπάρχουν μορφές που δεν πρόλαβαν να γεράσουν, κι όμως άφησαν πίσω τους ιδέες -αμφιλεγόμενες πολλές φορές- που επιβίωσαν περισσότερο από ολόκληρα καθεστώτα. Ο Αμίρ Παρβίζ Πουγιάν είναι μία από αυτές. Ενας νεαρός Ιρανός διανοούμενος που σκοτώθηκε το 1971 σε συμπλοκή με τις δυνάμεις του σάχη, αλλά πρόλαβε να διατυπώσει μια θεωρία που ακόμη συζητείται: ότι η σύγκρουση δεν είναι απλώς αναπόφευκτη αλλά αναγκαία.
Ο Πουγιάν υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ιρανικής επαναστατικής Αριστεράς πριν από την Επανάσταση του 1979. Παρότι έζησε μόλις 25 χρόνια, η επιρροή του στη διαμόρφωση της στρατηγικής της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης απέναντι στο καθεστώς του Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί υπήρξε καθοριστική.
Γεννημένος το 1946 στο Μασχάντ, ο Πουγιάν ανδρώθηκε πολιτικά σε μια περίοδο «εκσυγχρονισμού» με αυταρχικό πρόσημο. Η Λευκή Επανάσταση, οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και η ταχεία ανάπτυξη συνυπήρχαν με τη βαριά σκιά της SAVAK και την ασφυκτική καταστολή κάθε αντιπολιτευτικής φωνής. Σε αυτό το περιβάλλον τμήματα της νεολαίας στράφηκαν στον μαρξισμό και στην ένοπλη πάλη, επηρεασμένα από τα αντιαποικιακά κινήματα και την επαναστατική ρομαντική αύρα της εποχής.
Ο Πουγιάν δεν ήταν απλώς ακόμα ένας ακτιβιστής. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος της Organization of Iranian People’s Fedai Guerrillas (Οργάνωση των Ανταρτών Φενταγίν του Λαού του Ιράν) και κυρίως θεωρητικός της ρήξης. Το 1970 έγραψε το μανιφέστο «Η αναγκαιότητα του ένοπλου αγώνα και η αναίρεση της θεωρίας της επιβίωσης» που «απορρίπτει την παθητική στάση απέναντι στην καταπίεση» και αποτελεί μια ευθεία επίθεση σε όσους πίστευαν ότι η επαναστατική οργάνωση όφειλε πρώτα να διασφαλίσει την επιβίωσή της και να περιμένει «ώριμες συνθήκες».
Παθητικότητα των μαζών
Για τον Πουγιάν, αυτή η λογική ήταν παγίδα, υποστηρίζοντας ότι η παθητικότητα των μαζών δεν σημαίνει συναίνεση, αλλά φόβο και ότι οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται επειδή συμφωνούν με το καθεστώς, αλλά επειδή το θεωρούν παντοδύναμο. Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της σκέψης του. Δηλαδή, ότι η ένοπλη πράξη δεν είναι μόνο στρατιωτική ενέργεια αλλά πολιτικό γεγονός και είναι το σοκ που σπάει το ψυχολογικό φράγμα της αδυναμίας. Ολα αυτά κατά τον Πουγιάν επιταχύνουν την πολιτική συνειδητοποίηση και καθώς η καταστολή που ακολουθεί δεν θεωρείται αποτυχία, αλλά μηχανισμός ριζοσπαστικοποίησης, η όξυνση και κλιμάκωση της σύγκρουσης δεν είναι παράπλευρη απώλεια, αλλά στρατηγικός στόχος.
Η θεωρία Πουγιάν «επικαιροποιήθηκε» με αφορμή τον θάνατο του 86χρονου Χαμενεΐ υπό συνθήκες που χαρακτηρίστηκαν παράδοξες, κατά την επίθεση από δυνάμεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ το πρωί του περασμένου Σαββάτου στην έδρα του, στην Τεχεράνη. Αν και όλες αυτές τις ημέρες έχουν δημοσιευτεί πολλές πληροφορίες ότι ο Χαμενεΐ ήταν υπό στενή παρακολούθηση σε κάθε βήμα, εδώ και πολύ καιρό, από τη CIA και ότι η δολοφονία του ήταν αποτέλεσμα πολυετούς επιχείρησης συλλογής πληροφοριών που περιελάμβανε μέχρι και χακάρισμα των καμερών κυκλοφορίας, έχει διατυπωθεί και το σενάριο το βαθύ κράτος του Ιράν να «διευκόλυνε» ή να επέτρεψε αυτό το τέλος. Κατά τη λογική αυτή, αντίθετα με το κλείσιμο ενός βιολογικού κύκλου για τον 86χρονο ηγέτη, ένας Χαμενεΐ που «δολοφονείται από τον μεγάλο εχθρό» θα μετατρεπόταν σε αθάνατο σύμβολο που μπορεί να φανατίσει τις μάζες για τις επόμενες δεκαετίες.
Υπό ανάλογο πρίσμα και στο πλαίσιο της ίδιας θεωρίας του Πουγιάν ερμηνεύονται από πολλούς και η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 κατά του Ισραήλ και η σφαγή στο μουσικό φεστιβάλ Supernova, και υποστηρίζεται ότι η Χαμάς, γνωρίζοντας ότι η στρατιωτική απάντηση του Ισραήλ θα ήταν ισοπεδωτική, στο μυαλό των αρχιτεκτόνων της επίθεσης, η καταστροφή της Γάζας και η ανθρωπιστική κρίση που ακολούθησε δεν ήταν παράπλευρες απώλειες, αλλά στρατηγικός στόχος. Και ήδη, σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ των «Financial Times», το Ιράν φέρεται ότι υλοποιεί -μετά τη δολοφονία του- σχέδιο του Αλί Χαμενεϊ για γενικευμένο χάος, αξιοποιώντας την ένταση προκειμένου να ενισχύσει τη θέση του στην περιφέρεια και να επηρεάσει τις αντιδράσεις των αραβικών χωρών.
Οι μαρτυρίες για τον Πουγιάν τον περιγράφουν ως ιδιαίτερα διανοούμενο και θεωρητικά καταρτισμένο, ιδεολογικά αυστηρό, αποφασιστικό και πρόθυμο να ταυτίσει τη θεωρία με την πράξη. Δεν ήταν απλώς ακτιβιστής αλλά θεωρητικός στρατηγικής, ενώ η βεβαιότητα ότι η ιστορία επιταχύνεται μέσω σύγκρουσης χαρακτήριζε τόσο το έργο όσο και τη δράση του. Θα μπορούσε να είναι ο «Κουφοντίνας» της εποχής για το Ιράν, αν και οι δύο συνδέονται πιο πολύ μόνο με τη λογική της ένοπλης πολιτικής βίας ως μέσου αλλαγής. Αλλοι τον θεωρούν ως τον «Τσε Γκεβάρα» του Ιράν, υπογραμμίζοντας τον ρόλο του ως θεωρητικού επαναστατικού μυαλού παρά ως επιχειρησιακού εκτελεστή.
Η θεωρία του συνέβαλε πάντως στην ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση της ιρανικής Αριστεράς πριν από την Επανάσταση του 1979. Παρότι η τελική νίκη ανήκε στο ισλαμικό κίνημα του Ρουχολάχ Χομεϊνί, η λογική της κλιμάκωσης και της σύγκρουσης επηρέασε ευρύτερα την επαναστατική κουλτούρα της εποχής. Ωστόσο, η στρατηγική της ένοπλης πρωτοπορίας έχει δεχτεί σοβαρή κριτική ότι αποξενώνει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, ενισχύει τελικά τους μηχανισμούς καταστολής και ότι υποκαθιστά τη μαζική πολιτική δράση με μια μειοψηφική ένοπλη πρωτοβουλία.
Οταν η καταστροφή γίνεται στρατηγική
Ο Πουγιάν σκοτώθηκε νέος, προτού δει την Επανάσταση του 1979. Οταν το καθεστώς του Σάχη κατέρρευσε, δεν ήταν η μαρξιστική Αριστερά που επικράτησε, αλλά το ισλαμικό κίνημα του Χομεϊνί. Ωστόσο, η κουλτούρα της ρήξης και η λογική της σύγκρουσης ως καταλύτη είχαν ήδη διαποτίσει ένα ολόκληρο επαναστατικό περιβάλλον. Σήμερα, η σκέψη του Πουγιάν παραμένει αντικείμενο μελέτης και διαφωνίας.
Υπάρχουν όσοι τη θεωρούν διορατική ανάλυση της ψυχολογίας της εξουσίας και όσοι την κρίνουν ως στρατηγική που ενισχύει τους μηχανισμούς καταστολής και αποξενώνει τις μάζες στο όνομά τους. Ομως, ένα είναι βέβαιο: ο Πουγιάν δεν πίστευε στη σταδιακή φθορά του καθεστώτος. Πίστευε στην επιτάχυνση της ιστορίας και ότι η σύγκρουση, όταν φτάνει στο άκρο, αποκαλύπτει την αλήθεια της εξουσίας και εξαναγκάζει την κοινωνία να πάρει θέση.
Ισως γι’ αυτό το όνομά του εξακολουθεί να επιστρέφει με αφορμή τις τελευταίες διεθνείς εξελίξεις στη δημόσια συζήτηση όχι ως απλή ιστορική φιγούρα, αλλά ως υπενθύμιση μιας σκληρής πολιτικής υπόθεσης σύμφωνα με την οποία μερικές φορές η καταστροφή δεν είναι αποτυχία της στρατηγικής αλλά είναι η ίδια η στρατηγική.


