Στις επιστολές παραίτησης από την κυβέρνηση που του έστειλαν οι υπουργοί του χαρακτηρίζουν την περαιτέρω παραμονή Στάρμερ στην εξουσία «πλέον εντελώς αβάσιμη»
Επί έναν χρόνο στη Βρετανία γκρινιάζουν σταθερά για τον πρωθυπουργό Στάρμερ. Κάθε του κίνηση ψαλιδίζει μονάδες από τη δημοτικότητά του. Αρχικά όταν αποφάσισε να μειώσει το επίδομα καυσίμων εν μέσω της κρίσης κόστους ζωής.
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Μετά λόγω της στάσης του στη Γάζα, τον κατηγορούσαν για διπλωματική αδράνεια και απαιτούσαν να αναγνωρίσει, επιτέλους, η βρετανική κυβέρνηση το κράτος της Παλαιστίνης. Επειτα λόγω των στενών σχέσεών του με τον Επσταϊν. Κι αργότερα λόγω του «σκανδάλου Μάντελσον», τον άνθρωπο που ο Στάρμερ διόρισε πρέσβη στις ΗΠΑ ενώ αποκαλύφθηκε ότι η βρετανική υπηρεσία ελέγχου ασφαλείας αρνιόταν τον διορισμό του.
Τα τελευταία 24ωρα ήρθε η χαριστική βολή. Ως χθες το πρωί σχεδόν 100 Εργατικοί βουλευτές, συμπεριλαμβανομένων υπουργών, ζήτησαν από τον Στάρμερ να παραιτηθεί. Ο πρωθυπουργός κρίθηκε τελεσίδικα ως «λίγος». «Δεν είσαι κακός άνθρωπος, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό» έγραψε ένας υφυπουργός στην επιστολή που του έστειλε. Η μαζική ανταρσία οφείλεται στα καταστροφικά αποτελέσματα που έφερε το κυβερνών κόμμα των Εργατικών στις τοπικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή σε Αγγλία, Σκοτία και Ουαλία.
Το κόμμα έχασε ακόμα και στο υψηλού συμβολισμού Γουέστμινστερ, τον δήμο του Λονδίνου όπου βρίσκονται η πρωθυπουργική κατοικία και το Κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση Στάρμερ έχει πανικοβληθεί. Οι βουλευτές φοβούνται ότι θα χάσουν τις έδρες τους, δηλαδή τις δουλειές τους. Περίπου 100 απαιτούν το κεφάλι του Στάρμερ επί πίνακι. Τουλάχιστον έξι υπουργοί, η υπουργός Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ, η υπουργός Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ, ο υπουργός Αμυνας Τζον Χίλι, ο υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ, η υπουργός Πολιτισμού Λίζα Νάντι και ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ, ζητάνε ανοιχτά από τον Στάρμερ να παραιτηθεί.
Δύο χρόνια προτού ο πρωθυπουργός εξασφάλιζε τη δεύτερη μεγαλύτερη πλειοψηφία στο βρετανικό Κοινοβούλιο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με μια σαρωτική νίκη έναντι των Συντηρητικών που κυβερνούσαν για 14 χρόνια. Τη σπατάλησε, αφού αποδείχτηκε «λίγος». Ο κόσμος δεν τον εμπιστεύεται. Στο εσωτερικό της κυβέρνησής του έχει ξεσπάσει εμφύλιος. Στις επιστολές παραίτησης από την κυβέρνηση που του έστειλαν οι υπουργοί του χαρακτηρίζουν την περαιτέρω παραμονή Στάρμερ στην εξουσία «πλέον εντελώς αβάσιμη»: «Ζητάμε, στο όνομα του εθνικού καθήκοντος, να παραμερίσεις και να ορίσεις ένα χρονοδιάγραμμα για μια συντεταγμένη μετάβαση σε νέα ηγεσία».
Ο Στάρμερ, από την άλλη, δίνει τον ύστατο αγώνα της καρέκλας. Πείσμωσε και δεν λέει να παραιτηθεί με τίποτα. «Τα εκλογικά αποτελέσματα ήταν σκληρά. Οταν οι ψηφοφόροι μάς στέλνουν ένα τέτοιο μήνυμα, πρέπει να προβληματιστούμε και να ανταποκριθούμε» ανακοίνωσε αμήχανα. Αλλά σκοπεύει να παραμείνει στην πρωθυπουργία. «Η χώρα περιμένει από εμάς να συνεχίσουμε να κυβερνούμε. Αυτό κάνω και αυτό πρέπει να κάνουμε» δήλωσε χθες. Πέρα, βέβαια, από συγκεκριμένους συμμάχους που του έχουν απομείνει, εντός κυβέρνησης και στους κύκλους επιχειρηματικών lobbies, η πλειοψηφία των Βρετανών δεν έχει καμιά διάθεση να συνεχίσει να την κυβερνά ο Στάρμερ.
Αλλά τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών έδειξαν μια ευρύτερη εικόνα, πέρα από την εκκωφαντική απόρριψη του Στάρμερ, που είναι πρωτοφανής για τη χώρα. Παγίως στη Βρετανία τα δύο μεγάλα κόμματα, Εργατικοί και Συντηρητικοί, εναλλάσσονται στην εξουσία. Οποτε οι ψηφοφόροι μπούχτιζαν με τους Εργατικούς, θα στρέφονταν στους Συντηρητικούς και αντίστροφα.Ομως η ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων εκλογών είναι ότι και τα δύο μεγάλα κόμματα έχασαν. Αυτή τη φορά οι Συντηρητικοί δεν εξασφάλισαν τις ψήφους που συνήθως «αφαιρούσαν» από τις αποτυχίες του βασικού αντιπάλου τους. Που σημαίνει ότι για πρώτη φορά καταγράφεται μια κατάρρευση του δικομματικού συστήματος στη Βρετανία.
Σε ευνοημένους των εκλογών αναδείχθηκαν το Reform UK, του Νάιτζελ Φάρατζ, και οι Πράσινοι. Από τα δύο αυτά κόμματα θριάμβευσε κυρίως ο Φάρατζ, που κατάφερε να εξασφαλίσει υποστήριξη τόσο σε παραδοσιακά συντηρητικές περιοχές όσο και σε εκλογικές περιφέρειες που κυριαρχούνταν από τους Εργατικούς.
«Οι ψήφοι που κερδίσαμε δείχνουν ιστορική μετατόπιση στη βρετανική πολιτική» είπε ενθουσιασμένος: «Συνηθίσαμε να σκεφτόμαστε την πολιτική με όρους Αριστεράς και Δεξιάς, όμως αυτό που μπορεί να κάνει το κόμμα μας είναι να κερδίσουμε σε περιοχές που ήταν πάντα συντηρητικές, αλλά εξίσου αποδεικνύουμε κι ότι μπορούμε να νικήσουμε σε περιοχές που οι Εργατικοί κυριαρχούν από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου».
Παρεμπιπτόντως, είναι ακόμη άγνωστο αν ο Φάρατζ εξελιχθεί στους νέους «Συντηρητικούς» ή αν η δημοτικότητά του έπιασε ταβάνι. Οι Βρετανοί απορρίπτουν σε ποσοστό 68% τον Τραμπ, θεωρώντας ότι, αντί για υπέρμαχος της εθνικής κυριαρχίας, αποδείχθηκε τελικά κίνδυνος για την εθνική κυριαρχία όλων των υπολοίπων. Και οι δεσμοί του Φάρατζ με τον Τραμπ είναι τώρα βαθιά αντιδημοφιλείς στο εκλογικό σώμα.
Ο Στάρμερ παίζει το προβλέψιμο χαρτί της «σταθερότητας», ακόμα κι αν πρόκειται για σταθερή πορεία προς τα κάτω στα στάνταρντ ζωής των Βρετανών, πλασάροντας τον εαυτό του ως τη μόνη «ασφαλή» επιλογή: «Είμαστε ένα κυρίαρχο κόμμα εξουσίας, όχι διαμαρτυρίας. Το Reform UK και οι Πράσινοι εκμεταλλεύονται την απελπισία την οποία και ενισχύουν, ενώ κανένα από τα δύο δεν προσφέρει τη σοβαρή, προοδευτική ηγεσία που απαιτούν οι καιροί».
Τεχνικά για να προκληθούν εκλογές ηγεσίας μέσα στο κυβερνών κόμμα χρειάζεται ο οποιοσδήποτε (εσωτερικός) αντίπαλος να εξασφαλίσει την υποστήριξη 81 βουλευτών των Εργατικών. Οπως και να ’χει, στην πραγματικότητα ελάχιστοι πιστεύουν ότι ο Στάρμερ θα παραμείνει πρωθυπουργός για πολύ ακόμη.
ΚΙΡ ΣΤΑΡΜΕΡ
Πρωθυπουργός Βρετανίας
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε το 1962 στο Λονδίνο. Σπούδασε Νομικά στο πανεπιστήμιο του Λιντς, με μεταπτυχιακό στην Οξφόρδη. Το 1987 άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Το 2002 διορίστηκε σύμβουλος της βασίλισσας. Εξελέγη στη Βουλή των Κοινοτήτων στις γενικές εκλογές του 2015. Το 2020 κέρδισε τις εκλογές για την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος και διαδέχθηκε τον Τζέρεμι Κόρμπιν στην αρχηγία. Μετακίνησε το κόμμα πιο δεξιόστροφα, προς το κέντρο. Τον Ιούλιο 2024 έγινε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, αντικαθιστώντας τον Ρίσι Σούνακ, έπειτα από νίκη των Εργατικών στις βρετανικές γενικές εκλογές. Σύμφωνα με την εταιρία δημοσκοπήσεων Ipsos, είναι ο πιο αντιδημοφιλής πρωθυπουργός από τότε που άρχισε η τήρηση αρχείων των μετρήσεων, το 1977.
