«Δεν θα πάω καλά»: Το γράμμα της 17χρονης από την Ηλιούπολη ανοίγει ξανά τη σκοτεινή συζήτηση για τις Πανελλαδικές
«Φέτος είναι η χρονιά που θα δώσω Πανελλήνιες Εξετάσεις αλλά φοβάμαι ότι δεν θα πάω καλά». Μέσα σε μία μόνο φράση από το γράμμα που άφησε πίσω της η 17χρονη από την Ηλιούπολη, που έκανε βουτιά θανάτου από την ταράτσα πολυκατοικίας, μαζί με την παιδική της φίλη, συμπυκνώνεται η ασφυκτική πίεση που βιώνουν χιλιάδες έφηβοι μπροστά στις εξετάσεις που εδώ και δεκαετίες αντιμετωπίζονται ως το απόλυτο κριτήριο αξίας, επιτυχίας και μέλλοντος.
Η τραγωδία που από χθες το πρωί συγκλονίζει το πανελλήνιο εγείρει σοβαρά ερωτήματα, άρρηκτα συνδεδεμένα με το εκπαιδευτικό σύστημα. Πόσο αντέχουν τελικά τα παιδιά να μεγαλώνουν με την αίσθηση ότι η ζωή τους κρίνεται σε λίγες ώρες εξετάσεων;
Ανησυχητικά τα στοιχεία
Τα στοιχεία για την ψυχική υγεία των νέων στην Ευρώπη είναι ήδη ανησυχητικά. Περίπου ένα στα επτά παιδιά και εφήβους στην ευρωπαϊκή Περιφέρεια ζει με κάποιο ζήτημα ψυχικής υγείας, ενώ οι ψυχικές διαταραχές στις ηλικίες ως 19 ετών έχουν αυξηθεί κατά ένα τρίτο τα τελευταία 15 χρόνια. Την ίδια ώρα, η αυτοκτονία εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου για άτομα ηλικίας 15 έως 29 ετών, ενώ ένα στα τέσσερα κορίτσια ηλικίας 15 έως 19 ετών αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας.
Πίσω από κάθε αριθμό, όμως, βρίσκεται ένα παιδί που προσπαθεί να ανταποκριθεί σε προσδοκίες, φόβους και αδιέξοδα που πολλές φορές ξεπερνούν τις αντοχές του.
«Σκεφτόταν ότι έπρεπε να περάσει κάπου»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ, Θεόδωρος Τσούχλος, ο οποίος θεωρεί ότι το ελληνικό Λύκειο έχει χάσει τον ουσιαστικό του ρόλο, εγκλωβισμένο σχεδόν αποκλειστικά στις Πανελλαδικές.
«Εκφράζουμε τη βαθύτερη θλίψη μας και στέλνουμε ως ΟΛΜΕ τα πιο ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην οικογένεια του κοριτσίου που χάθηκε και τις ευχές μας στην οικογένεια του κοριτσιού που είναι πολυτραυματίας, ώστε να γίνει σύντομα καλά», είπε αρχικά, μιλώντας στο dimokratia.gr και συνέχισε τονίζοντας:
«Για αυτό το 17χρονο κορίτσι που “έφυγε”, το Λύκειο θα έπρεπε να έχει αξία, αυτά τα τρία χρόνια που πέρασε. Όμως έπεσε στην παγίδα των Πανελληνίων. Σκεφτόταν ότι έπρεπε να περάσει κάπου».
Ο ίδιος επισημαίνει πως οι εξετάσεις δεν μπορούν να αποτελούν το μοναδικό μέτρο αξίας ενός παιδιού και ζητά ένα πιο αυτόνομο και ουσιαστικό σχολείο, με πραγματικές δεξιότητες και ισχυρό απολυτήριο. «Όσο αυξάνονται οι εξετάσεις, τόσο παρατηρείται το φαινόμενο της πίεσης των παιδιών», σημειώνει και συμπληρώνει:
«Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις δεν πρέπει να γίνονται αυτοσκοπός. Το Λύκειο επομένως πρέπει να αυτονομηθεί, να έχει ισχύ, ανεξάρτητα από τις Πανελλαδικές».
Όπως εξηγεί, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί, «αν κάποιος έπαιρνε ένα απολυτήριο λυκείου ισχυρό, να μπορεί να έχει δύναμη. Και αυτό θα μπορούσε να ενισχυθεί μέσα από ξένες γλώσσες, τη γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών, τη γνώση δεξιοτήτων. Δηλαδή κάποιος τελειώνοντας το λύκειο να μπορεί αντί να τρέχει στα φροντιστήρια για να πάρει το proficiency για παράδειγμα, να μπορεί να παίρνει τα πτυχία αυτά μέσα από το σχολείο. Να αποκτά πολύ καλή γνώση μέσω του σχολείου, όχι μέσω ιδιωτικών εταιρειών. Και παράλληλα να αναπτύσσει δεξιότητες, ανάλογα με την κλίση που έχει».
Κανονικοποίηση της βίας
Η Άρτεμις Τσίτσικα, Καθηγήτρια και Εθνική Εκπρόσωπος UNESCO GHE για την Παγκόσμια Υγεία και Εκπαίδευση, Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Εφηβικής Ιατρικής και Επικεφαλής της Μονάδας Εφήβων στο Nοσοκομείο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού» εξηγεί πως το σχολείο δεν θα έπρεπε να λειτουργεί αποκλειστικά ως ένας μηχανισμός εξετάσεων και διαρκούς αξιολόγησης, αλλά ως ένας χώρος διαμόρφωσης προσωπικοτήτων και δεξιοτήτων ζωής.
«Το σχολείο δεν αφορά μόνο στην απαραίτητη εξεταστέα ύλη, αλλά πρέπει να καλλιεργεί δεξιότητες ζωής και μαθαίνεται η ίδια η ζωή εκεί. Πώς διαχειριζόμαστε μια δυσκολία, πώς σηκωνόμαστε όταν πέφτουμε, πώς βάζουμε στόχους, πώς διεκδικούμε δικαιώματα και σεβόμαστε τους άλλους, διαχειριζόμαστε συναισθήματα και το θυμό μας», αναφέρει στο dimokratia.gr και συνεχίζει, εξηγώντας πως οι σημερινοί έφηβοι μεγαλώνουν σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από προηγούμενες γενιές, με δυσκολία συγκέντρωσης, εξάρτηση από τα γρήγορα ψηφιακά ερεθίσματα και αδυναμία ουσιαστικής αποφόρτισης:
«Μπορεί να εκφράζουν σχολική άρνηση – να μην θέλουν να πηγαίνουν στο σχολείο. Έχουν δυσκολία στο να βρουν κίνητρο, να κάνουν πράγματα εκτός διαδικτύου, γιατί εκεί στα social media ειδικά, τύπου TikTok που είναι πολύ εξαρτησιογόνα, έχουν πολύ γρήγορα ερεθίσματα, και ο εγκέφαλος έχει μάθει να λειτουργεί πολύ γρήγορα. Δεν υπάρχουν περίοδοι ηρεμίας και σιωπής, εμβάθυνσης στις ιδέες».
Την ίδια ώρα, η ειδικός προειδοποιεί για τη σταδιακή κανονικοποίηση της βίας και των ακραίων συμπεριφορών μέσα από το διαδίκτυο. «Την πρώτη φορά που θα δουν κάτι εξαιρετικά βίαιο θα ενοχληθούν, τη δεύτερη λιγότερο, την τρίτη ακόμα λιγότερο, την τέταρτη καθόλου, την πέμπτη θα αναρωτηθούν εάν “έτσι είναι τα πράγματα” και θα μιμηθούν», σημειώνει η κ. Τσίτσικα και υπογραμμίζει πως οι νέοι διαθέτουν ισχυρά αντανακλαστικά απέναντι στην αδικία και μεγάλες δυνατότητες, αρκεί να υποστηριχθούν ουσιαστικά. «Χρειάζεται να τα ενδυναμώσουμε και να τα εμπνεύσουμε θετικά. Όπως “πορώνονται” με κάτι αρνητικό, μπορούν με την ίδια ένταση να ακολουθήσουν θετικούς στόχους».
Δείτε επίσης:
